Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξυπνάς το βάρδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξυπνάς το βάρδο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Ιστοριες στο φως του φεγγαριου



ενα μαγικο ραβδι ισα που μας αγγιξε σκορπιζοντας λιγη αστεροσκονη κι αφου εκανε το βραδυ να λαμψει εσβησε.

 αναμεσα στα κλαδια ενος πορτοκαλοκοκκινου δασους ενα αθλιο ξωτικο μενει ασαλευτο τη μερα παρατηρωντας ο,τι συμβαινει γυρω του ανημπορο να κανει ο,τιδηποτε για ν αλλαξει οσα γινονται και να φανερωσει την παρουσια του.

Περναμε μεσα απο το δασος  και παροτι δεν φαινεται μια και το σκεπαζει η ομιχλη, το αθλιο ξωτικο του δασους ειναι  καπου μεσα στην αχανη σκοτεινη εκταση.

ο θρυλος λεει οτι το ξωτικο ειναι χαμενο εκει μεσα και ψαχνει. Αναζητα ενα μουσικο κουτι. 
βλεπεις ο μεγαλος μαγος του Μόι Πανε του πηρε τη φωνη και δεν μπορει να μιλησει.

τα δεντρα ειναι πολυχρωμα, γιατι  οποιο δεντρο ψαξει, μετα κρεμαει πολυχρωμες λουριδες απο τη φορεσια του διασκεδαστη που φοραει. 

κι ετσι στα δεντρα κρεμονται πολυχρωμα κουρελακια, για να μην χανει πολυτιμο χρονο ψαχνοντας ξανα και ξανα τα κλαδια του ιδιου δεντρου. 

πρεπει να σου πω εδω οτι,  οταν ολα ηταν ακομα ασχηματιστα, το ξωτικο ηταν  γελωτοποιος. οπως καταλαβαινεις χαμογελουσε και εκανε τους αλλους να γελανε, κρυβοντας πισω απο το χαμογελο του την πραγματικοτητα του. ετσι ηταν ολοι ευχαριστημενοι.  ξαναγυριζω στο τωρα, γιατι δεν ειναι η ωρα να σου πω για το πριν.

ο χρονος, ομως, δεν ηταν με το μερος του. Επρεπε να βρει το μουσικο κουτι οσο ηταν νυχτα, γιατι καθε που ξημερωνε το ξωτικο μαρμαρωνε και γινοταν διαφανο, αορατο απο ολους. γι αυτο ταξιδευε τις νυχτες

και δεν θα πειραζε κανεναν το οτι ηταν διαφανο, αλλα να, καμια φορα ενιωθε αυτο που οι ανθρωποι ονομαζαν ...

καταδικασμενο σε μια μοναξια που κανεις δεν καταλαβε. σε μια μοναξια που κανεις δεν αποδεχτηκε. βαδιζοντας ενα μοναχικο μονοπατι, οπως παντα, χωρις να κινει καν τα βλεφαρα.

τα χρονια της σιωπηλης περιπλανησης το φεραν πισω στο μερος που ολα ξεκινησαν.  τα φαντασματα συνωστιζονταν πισω του. μια ακολουθια απο φιγουρες. η καθεμια να διεκδικει το δικο της χωρο σε εναν χρονο που εχει παγωσει και εχει αποτυπωθει σε μια μοναχικη φιγουρα που τα βηματα της την οδηγουν στις κραυγες που μονο τ αυτια ενος ξωτικου ακουν.

ενας πληρης κυκλος. η αρχη του συναντησε το τελος του. κοιταχτηκαν και μολις ακουμπησαν τα στοματα τους  ειδαν οτι δεν ειχαν τιποτα να πουν.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

ακολουθα το χαρτη

χαθηκα κουβαλωντας μαγικα λιχναρια κ φιλτρα,
ενα σκισμενο χαρτη και τη ξεχαρβαλωμενη πυξιδα,
ολοκληρη πραματεια.
ενα πουλι αγγιξε τον ωμο σου και
σταθηκε να ακουσει τη φωνη σου.
εσυ που κρατας τ αστερια στα χερια σου,
σκορπισε τα στην ποδια μου,
να τα δω να λαμπυριζουν παλι,
να τ αγγιξω εστω για ενα λεπτο,
ειναι τα δακρυα της νυχτας που καθε βραδυ στεκουν,
διαμαντακια στο σκοταδι, οσο αυτη μας γνεφει
 #‎καλημερα_και_καλη_τυχη.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

sacred place


Εβρεχε καταρρακτωδως μα δεν εδινα σημασια, ουτε ειχα ομπρελα. 
Σκουντηξα την πορτα που ετριξε επικινδυνα, προμηνυοντας ασχημα νεα και μπηκα. Ηταν σκοτεινα και χρειαστηκε να περασουν μερικα λεπτα για να συνηθισω στο σκοταδι. 
Το σιχαινομαι αυτο το σπιτι. Τα επιπλα του, οι μυρωδιες του. Ποτε δεν το ενιωσα σπιτι. Ηταν παντα "ενας χωρος". Εκει απλα εμενα μεχρι να φυγω ή επεστρεφα για λιγο και εφευγα παντα με το κεφαλι σκυμμενο και τα χειλη σφιγμενα κι αυτο το δακρυ να τρεμοπαιζει αναποφασιστο...

 Φοβαμαι. Δεν πρεπει να φοβαμαι. Να ξορκισω το τερας. Αλληλοεμπλεκομενες συναισθηματικες διεργασιες ανακατευονταν προκαλωντας μου ναυτια. Μια τηλεοραση φωναζε απο καπου τις τελευταιες τραγικες ειδησεις για το χρηματοπιστωτικο συμπαν που κατερρεε δημιουργωντας αλυσσιδωτες αντιδρασεις σε ολη την ευρωζωνη. Κοιταξα την παμπαλαια τηλεοραση. Σιωπουσε εδω και χρονια.

Τωρα επερεπε να ανοιξω τις πορτες, τα συρταρια και να ξεδιαλεξω ποια ρουχα,  επιπλα και αντικειμενα θα κρατουσα και ποια θα εδινα.

Η ναυτια παντα παρουσα.

Επιστρεφεις μετα απο πολυ καιρο σε γνωριμα μερη ελπιζοντας να βρεις τα παντα οπως τα αφησες, ανεγγιχτα, λες και δεν ακουμπησε πανω τους ο χρονος. Ενα σπιτι κλειστο για μεγαλο διαστημα. Τα σεντονια απλωμενα πανω σε καρεκλες και καναπεδες. Τα χα ριξει να προλαβω τις αναμνησεις, να μη σκονιστουν, ξεροντας οτι θα λειψω για πολυ καιρο.  

Ο φοβος σκοτωνει το μυαλο.

 Μουρμουριζα φωναχτα. Παντα το εκανα. Μηχανισμος αυτορυθμισης.

Το παιδικο κρεβατι, νεκροκρεβατο μιας παιδικης ηλικιας προ πολλου περασμενης. Ενας καναπες κρεβατι. Μετα απο πολλα χρονια ανακαλυψα οτι ηταν δυο διαφορετικα επιπλα. Ποτε δεν ειχα κρεβατι. Για αυτο κοιμαμαι ακομα στον καναπε.
Το μεγαλο τραπεζι ροτοντα, που φιλοξενουσε τα σχολικα διαβασματα. Ποτε δεν ειχα γραφειο  και οταν απεκτησα κατεληξα να περναω ολη μου τη μερα πανω του. Δεν ηθελα να κρατησω τιποτα απο ολα αυτα. Ουτε καν μνημες.
 Βγηκα στο μπαλκονι να παρω αερα. Πνιγομουν. Δεν επρεπε να γυρισω.

Ο φοβος ειναι ο μικρος θανατος που φερνει την τελικη καταστροφη.

Οι αναμνησεις στοιχειωναν.

Οπτασιες και φαντασματα κυκλοφορουν διαφανα αορατα, οταν πεφτει το σκοταδι, οταν ολα φαινομενικα ησυχαζουν. Τοτε ειναι η ωρα τους. Bγαινουν αθεατα, για να μην τραβουν τα βλεμματα των των περιεργων εισβολεων, που θεωρουν οτι μπορουν να φτασουν βαθια σε οσα στοιβαζεις στη σοφιτα.

Θα πρεπει να επιτρεψω στο φοβο να περασει απο πανω μου και οταν φυγει θα κοιταξω μεσα μου για να δω το μονοπατι που διεγραψε.

Η καθε οπτασια εχει τη δικη της ιστορια. Kαποιες συμπλεκονται, καποιες ειναι παραλληλες. Ειναι η μοιρα της ζωης των αλλων, της δικης μας να συμβιωνουμε σε παραλληλες ή τεθλασμενες.
Μερικες ζουνε σε ενα παραλληλο συμπαν. Αυτες οι οπτασιες ειναι και οι πιο ξεχωριστες.

Απο οπου περασει και νεκρωσει ζωτικα κομμματια μου θα πρεπει να τα αφησω να διαλυθουν με τη σειρα τους. 

Ενω ειναι διπλα μας, τις αγγιζουμε, τις βλεπουμε, ειναι και σε εναν αλλο κοσμο, εκει δεν εχουν θεση οι υπολοιποι, τουλαχιστον οχι ολοι, αυτες επιλεγουν ποιοι θα τις ακολουθουν στον ονειρικο τους κοσμο. Τις φιγουρες αυτες δεν μπορουν πραγματικα να τις δουν οι αλλοι, νομιζουν οτι τις βλεπουν, αλλα στην πραγματικοτητα βλεπουν ενα ειδωλο, γιατι δεν ειναι παρα η αντανακλαση τους που βλεπουν.

Αυτη του κοσμου των σκιων.

Δεν πρεπει να φοβαμαι. Ο φοβος σκοτωνει το μυαλο. 
Ειναι ο μικρος θανατος που φερνει την τελικη καταστροφη. 
Θα πρεπει να του επιτρεψω να περασει απο πανω μου και οταν φυγει θα κοιταξω μεσα μου για να δω το μονοπατι που διεγραψε. Απο οπου περασει και νεκρωσει ζωτικα κομμματια μου θα πρεπει να τα αφησω να διαλυθουν με τη σειρα τους. 

Τοτε θα εχω απομεινει εγω.

Απεμεινα μονη να κοιταζω.

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

το χρυσο κλειδι

Ενας παλιος ξωτικομυθος λεει οτι, οταν ακομα η γη ειχε μολις σχηματιστει και πανω της περπατουσαν μονο μεγαλοσωμα ζωα, που εκαναν το εδαφος να σειεται με το καθε βημα τους, υπηρχε μια οικογενεια χελωνων. Φοβοντουσαν πολυ μην τους πατησουν, ή ακομα χειροτερα, καταβροχθισουν τα μεγαλα ζωα και γι αυτο κρυβονταν τη μερα και εβγαιναν εξω απο τις κρυψωνες τους το βραδυ. Ηταν ησυχα και δροσερα τα βραδια, ειδικα το καλοκαιρι αλλα και το χειμωνα οταν το πουπουλενιο παπλωμα του χιονιου σκεπαζε τα παντα ειχε τοση ησυχια που μπορουσανν ακουσουν τη γη ν ανασαινει. Το καλοκαιρι και το φθινοπωρο ακουγαν τα νερα να τρεχουν αυτα δεν σταματουσαν ποτε. Με τον ηχο του νερου να κυλαει κοιμουνταν το πρωι , με αυτον ξυπνουσαν το βραδυ Ενα βραδυ αποφασισαν να πλησιασουν το σκουρο αυτο κομματι που βρισκοταν διπλα τους και να το γευτουν. Ηταν αλμυρο. Αυτη τη λεξη βρηκαν γιατι, ξεχασα να σου πω, πως η οικογενεια των χελωνων μιλουσε κιολας.
Τους αρεσε τοσο πολυ που ξανοιχτηκαν και πλησιασαν οσο που βουλιαξαν μεσα στο νερο. Ηταν τοσο ομορφα και εκτος απο τα νερα που ετρεχαν εκεινο το βραδυ ακουστηκαν και κραυγουλες ευτυχιας καθως οι χελωνιστες επλεαν, βουτουσαν και επαιζαν με το νερο. Ξαφνικα η πιο μεγαλη, σηκωσε το κεφαλι της προς τα πανω κι εβγαε μια πιο δυνατη κραυγη. Ολες γυρισαν και κοιταξαν. Κατι ηταν ψηλα ψηλα και ελαμπε. Κι αλλες κραυγες πιο δυνατες αυτη φορα πλημμυρισαν τη νυχτα. Εκει που ολες ηταν απασχολημενες με το δισκο που ελαμπε στον σκοτεινο ουρανο, κατι αστραψε πολυ κοντα τους και τρομαξαν. Κοιταχτηκαν απορημενες. Τι ηταν αυτη η λαμψη;
Kιτρινο!!!!!!!!!!! μα δεν ηταν ο ηλιος Πλησιασαν ολες να δουν καλυτερα Και καποιες τρομαξαν μα ο μεγαλος αρχηγος της οικογενειας πλησιασε και κοιταξε εξεταστικα. Το θεαμα ηταν περιεγο και πρωτογνωρο Ενα χρυσο κλειδι βρισκοταν πανω στην πλατη μιας χελωνιτσας τοσο δα μικτης μικρης Την κοιταξε απο δω, την κοιταξε απο κει δεν μπορουσε να το εξηγησει. Μια απο αλλες χελωνιτσες που δεν ειχε τιποτα αξιοπροσεκτο στηνπλατη της και επειδη ενοχληθηκε που δεν την προσεχε κανενας, σκουντηξε αποταομα το χελωνακι για να το κανει να θυμωσει.
Ομως τοτε ξαφνικα το κλειδι ξεκολλησε απο την πλατη της μικρης και το επιασε στα χερια του ο αρχηγος της οικογενειας. Τοτε καταλαβε και χαμογελσε Ολες τον κοιταξαν με προσμονη περιμενοντας μια του κουβεντα Το κλειδι αυτο, ειπε ο αρχηγος, ξεκλειδωνει ενα μπαουλακι. Οπoιος ξεκλειδωσει αυτο το μπαουλακι αυτοματα αποκτα ολη τη γνωση του πλανητη μα ειναι δεμενος μ ενα ξορκι, αν δεν δαμασει τη γνωση, θα χασει τη φαντασια του. και η φαντασια του ηταν μαγεμενη αν δεν μπορουσε να μοιρασει τη γνωση του σε ολη τη γη, η φαντασια του θα ηταν καταδικασμενη να ζει σαν μια αμορφη μαζα κατακοκκινη και αποκρουστικη που θα τον τυραννουσε συνεχως Αν ομως μοιραζοταν οσα μαθαινε απο τα περιεχομενα του μικρου μπαουλου η φαντασια του θα μεταμορφωνοταν σε ο,τι πιο ομορφο μπορουσε ποτε να ....φαντστει θα επαιρνε σχηματα και χρωματα διαφορετικα και θα ηταν παντα χαμογελστη και τρυφερη στο πλευρο του.
Τι κανουμε εμεις; ρωτησαν τα χελωνακια; Πού ειναι αυτο το μπαουλο; Κι αν ανοιξουμε εμεις το μπαουλο; η αρχικη παγωμαρα και ο φοβος εδωσαν τη θεση τους σε εναν καταιγισμο ερωτησεων και σε ματακια που ελαμψαν ελαμπαν . Ο αρχηγος τους ειπε οτι η αποστολη τους στη γη ηταν ακριβως αυτη. Γι αυτο ειχαν δημιουργηθει σε αυτο τον πλανητη, θα αναζητουσαν αυτον που θα ηταν αξιος να ανοιξει το μπαουλο και να δωσει ζωη οχι μονο στον πλανητη με τις γνωσεις του, αλλα και στη φαντασια του για να ομορφυνει και η ζωη του και ο,τι υπαρχει γυρω του

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Η μοναχικη φαλαινα


Τι λεμε μεσα απο τις αφηγησεις παραμυθιων; Αφηγουμαστε μονο τα παραμυθια αλλων ή υφαινουμε και δικα μας; ποια αναγκη μας ωθει να δωσουμε στις σκεψεις μας το σχημα και τη μορφη παραμυθιου;





Ηταν μια φορα, πολλα φεγγαρια πριν μια φαλαινα. Μια μοναχικη φαλαινα. Ταξιδευε τους ωκεανους, τοτε που χρονος δεν υπηρχε, πριν καν σχηματιστει η γη. Ολοι την ηξεραν, την εβλεπαν.
Το χειμωνα περνουσε απο τα ζεστα νερα κοντα στον ισημερινο και το καλοκαιρι ανεβαινε ψηλα στον αρκτικο γιατι εκανε ζεστη πια και δεν αντεχε πολυ.
Την εβλεπαν να κολυμπαει, αλλα κανεις δεν ηξερε τιποτα γι αυτη. Κανεις δε μιλουσε γι αυτη. Κατι μικρα ψαρακια ρωτησαν και ολοι τους εκαναν νοημα να σωπασουν.
-Σσσσσσστ, θα σας ακουσει, ψιθυρισαν.
-Τι πειραζει, ξαναρωτησαν αυτα.
-Θα θυμωσει και θα στεναχωρεθει.
Η μοναχικη φαλαινα τα ακουγε ολα, μα καθως δεν την ρωτουσαν τι εχει δεν επιανε κουβεντα. Συνεχιζε τα ταξιδια της, ελπιζοντας μια μερα, να βρει καποιον που θα εχει τη δυναμη να τη ρωτησει: γιατι εισαι παντα μονη; Καποιον που δεν θα φοβηθει τον ογκο της και τη δυναμη της και θα της προτεινει να συνταξιδεψουν.
Στα πιο τρελα της ονειρα εβλεπε οτι της ζητουσαν ακομα και να χορεψει. Ευτυχισμενη τοτε ξεφυσουσε με δυναμη και ενας πηδακας νερου ξεπεταγονταν χαριζοντας ενα συντριβανι στον ωκεανο που αμεσως γαληνευε.
Τις νυχτες που ειχε πανσεληνο ονειρευοταν οτι πετουσε στον ουρανο και πλησιαζε...ενα δρακο με καταπρασινα φτερα κι ενα πορφυρο λοφιο.
Ειχε ακουσει γι αυτον στις αφηγησεις των ναυτικων.


Οι γεροι ναυτικοι τις ησυχες νυχτες που μαζευονταν στο καταστρωμα οταν ειχε φεγγαρι εβλεπαν ψηλα στο Α του Ωριωνα μια πλουμιστη φιγουρα να πεταει ζωγραφιζοντας σχηματα. Δεν ξεραν να πουν αν ηταν ανοιξη ή φθινοπωρο. Ηταν, ομως, μια εποχη γλυκια και ο καιρος μαλακος, βλεπεις δεν ειχαν δει ξηρα για πολλα χρονια, οταν την πρωτοειδαν. Πετουσε. Διπλα στο δρακο. Το σχημα της διαγραφονταν μεγαλοπρεπο στο νυχτερινο ουρανο. Ενα ζευγαρι αταιριαστο. Ο δρακος κι η φαλαινα. Κι ομως εμοιαζαν τοσο ταιριαστοι και πετουσαν αερινα. Εμοιαζαν ευτυχισμενοι και αναλαφροι.
Η φαλαινα ενιωθε τοσο ξεχωριστη που πετουσε ψηλα και ευτυχισμενη που ο δρακος ηταν μαζι της, που δεν την φοβοταν. Ο δρακος εντυπωσιασμενος που η φαλαινα μπορουσε να υπαρχει και εξω απο το νερο και δεν τον φοβοταν ενιωθε χαρουμενος απο τη συντορφια της και ευτυχισμενος που δεν ηταν πια μονος.
Καθε φορα που ειχε πανσεληνο ο ουρανος γεμιζε αστερια που λαμπαν για χαρη τους.
Μεχρι που η κακια μαγισσα του βορρα δεν αντεξε τ αστερια να την τυφλωνουν και τα δεσε με ενα μαγικο ξορκι. Να φεγγουν μονο οταν το φεγγαρι χανοταν. Μα ο δρακος δεν μπορουσε να ζωγραφιζει πια και να λαμπουν σχηματα στον ουρανο, ουτε η φαλαινα  εβλεπε  το δρομο για να ανηφορησει στο θολο.
 

Ετσι ο δρακος απεμεινε να στεκει μετεωρος στο σκοτεινο νυχτερινο ουρανο και η μοναχικη φαλαινα συνεχιζε παλι το αεναο ταξιδι της, απο τα ζεστα νερα στα παγωμενα, χωρις κανενας να τολμαει να της μιλησει.
 
Μα ποιος ξερει, μπορει λιγη μαγεια να λυσει το ξορκι και ολα να ειναι αλλιως... 

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

storyteller

Σκηνη 1η

Την ειδα μια μερα καθως εβγαινα απο ενα μαγαζι. Περιμενε στη σταση του λεωφορειου. Η μαντιλα στο κεφαλι της, απομειναρι απο μιαν εποχη περασμενη, το προσωπο της ρυτιδιασμενο. Εμοιαζε κουρασμενη, ετοιμη να εγκαταλειψει τα παντα. Ο κοσμος περνουσε διπλα της χωρις να της δινει σημασια, σαν να μην υπηρχε. Ηρθε το λεωφορειο, εσυρε με δυσκολια τα ποδια της και ανεβηκε. Αορατη, ή σχεδον αορατη γιατι καποιος την προσεξε. Ενας νεος αντρας με μπλε μαλλια και τρυπες στο σωμα. Δεν ανεβηκε πρωτος και ευγενικα τη βοηθησε να ανεβει κρατωντας της τον αγκωνα. Σηκωσε το καροτσακι με τα ψωνια που κουβαλουσε η γυναικα, με το αλλο του χερι, και ανεβηκαν στο λεωφορειο. Τους παρατηρουσα μεχρι που οι πορτες εκλεισαν και το οχημα κινηθηκε. Προλαβα να δω οτι καθισε διπλα της, της χαμογελασε και την ειδα να του μιλαει. Καθως το λεωφορειο απομακρυνοταν το προσωπο της εμοιαζε τοσο νεο, οι γραμμες απαλυναν, το χρωμα στα μαγουλα της  την εφερε πισω στον κοσμο των ζωντανων. Ο νεος της χαρισε ενα λεπτο απο τη ζωη του ενω συναμα στη γυναικα αυτο φαινοταν μια ολοκληρη ζωη. 

Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα χαμογελο. 



Κατεβαιναν τις σκαλες του μετρο με γηγορο βημα. Τα χερια τους μπλεγμενα. Στο ιδιο μπόι και οι δυο, στα εικοσι τους. Δεν ειχαν κατι το ιδιαιτερο, δεν ηταν ομορφοι, δεν ξεχωριζαν για τα ρουχα τους. Οταν εφτασαν στην αποβαθρα, περιμενοντας το μετρο γυρισαν να κοιταξουν ο ενας τον αλλο κι αγκαλιαστηκαν. Το αγορι ειχε τυλιξει τα χερια του γυρω της, το κοριτσι ειχε χωσει το κεφαλι της στο λαιμο του. Κατι της ψιθυρισε και την ειδα να σηκωνει το κεφαλι της για να τον αντικρισει.
-Τι φοβασαι οταν εισαι στο σκοταδι; Μονη σου; Γιατι ανοιγεις τα ματια σου; 
-Για να δω εσενα. Σε θελω, θελω να σε νιωθω διπλα μου, να νιωθω την ανασα σου να δροσιζει τ αυτι μου. Θελω ν ακουω τη φωνη σου να ψιθυριζει στ αυτι μου, τα χερια σου να με αγγιζουν και να με σπρωχνουν ενα βημα πιο περα, να μη μ αφηνουν, να με κοιτας και να βυθιζεσαι στα ματια μου, να μου χαμογελας και ν ακουω το γελιο σου. 
Ξανασμιξαν σ ενα φιλι καθως απο τη γραμη 1 κατεφτανε με εκκωφαντικο θορυβο το τρενο που θα τους επαιρνε μαζι του. 
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα βλεμμα. 


Σκηνικο εξωπραγματικο. Θα μπορουσε να ηταν ενας βραχος σκοτεινος ή μια αθεατη πλευρα ενος αστεριου ή του φεγγαριου. Δυο φιγουρες αγκαλισμενες ψιθυριζαν  κοιτωντας ο καθενας τον αλλον στα ματια.
-Εχεις πλανητες αλλους γυρω σου;
-Εχω εσενα.
-Ποσα φεγγαρια εχει ο ουρανος σου; Κοιτας τ αστερια καθε βραδυ;
-Ο ουρανος μου εχει δυο φεγγαρια κι αμετρητα αστερια.
-Γιατι;
-Για να τα μοιραζομαι μαζι σου. Για να σου τα χαριζω και να μου φτιαχνεις ιστοριες μ αυτα. -Τι ιστοριες; 

-Για μαγους και ξωτικα. 
Χαμογελασαν ο ενας στον αλλο και χαθηκαν ο ενας στην αγκαλια του αλλου. Γεμιζει το φεγγαρι. 
-Θα σε παω στο μονοπατι που χαραζει τ ολογιομο φεγγαρι στη θαλασσα για να δω τα ματια σου να χανονται στο χαος.
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα ονειρο.

...για οσους εχουν ματια και αντεχουν να βλεπουν ονειρα.

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

μια ξεχαρβαλωμενη πυξιδα

Τα βλεφαρα μου μοιαζουν διαφανα
αερινες κουρτινες θεατρου
κλειστου εδω και καιρο
ενα αερακι δροσιζει τη νυχτα
η σιωπη σε ξεκουφαινει
συρματοπλεγματα δενουν
τα χειλια μου και την ψυχη σου

Η κλεψυδρα και η πυξιδα
αγκαλιαζονται και απομακρυνονται
για να πλησιασουν παλι σε ενα τοπιο
διαφορετικο οσο και ολοϊδια απαραλλαχτο
Οι πορειες τους  δικες μας

η ιστορια του χρονου μου
η πορεια του χρονου σου

Και η αργη ρυθμικη κινηση του νερου
να χορδιζει οργανα ξενα για να παιξουν
σε εναν ρυθμο που ξεχυλιζει πικρα
μια ερχεσαι, μια φευγεις
ποτε δε μενεις για πολυ

Και η εναλλαγη αναμεσα στο πριν και το μετα
το παντα και το ποτε
να κολλαει πανω σου
σαν σιδερενια μπαλα
που δεν αποχωριζεσαι

Παει καιρος που δεν εγραψα,
που δεν ειδα ενα αγγιγμα
που δεν μυρισα εναν ηχο,
που δεν ακουσα τη μυρωδια σου
ολες οι αισθησεις ανακατευτηκαν
δεν ξεχωριζω πια τη γευση απο την οσφρηση
την αφη απο απο την οραση

Πλεω σε εναν ουρανο γεματο
 απο τα ονειρα του καθενος, αναζητωντας τα δικα μου
Λεξεις ασυνδετες και γεματες αποστροφη η μια για την αλλη
στεκονται μπροστα στα βραχια
ετοιμες να συγκρουστουν

Ολα κυλανε σε ενα ρευστο σκοταδι
που κοιμαται μακαριο
χωρις να ακουει τις εικονες
χωρις να βλεπει τις λεξεις

ψαχνω μεσα μου τα συννεφα
και κλειδωνω τις αστραπες και τους κεραυνους
που κουβαλανε οι γλαροι
Δεν μ απομεινε τιποτα πια
κρατας επτασφραγιστα τα βλεμματα

Εφιαλτικα ανθρωπομορφα ψαρια πετανε
γυρω σου και με πλησιαζουν
προσπαθωντας να με βυθισουν
σ ενα βυθο κρυο και σκοτεινο
Η αναμνηση ενος μελλοντος
που δεν θα ρθει ποτε
Η θυμηση ενος παρελθοντος
που ειναι ακομα εδω

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

την πρώτη φορά

 Την πρωτη φορα που σ αντικρισα, ερωτευτηκα τα ματια σου.
 Απο κεινη τη στιγμη σ ερωτευτηκα κ θα σ αγαπω ως το τελος.
 Ελα κοντα μου, φως μου, σωτηρα της ζωης μου, ανοιξε μου την ψυχη σου
 και πες μου της ζωης σου τα μυστικα. (*)

 Μοιρασου μαζι μου την απλοτητα μιας κινησης που δινει ζωη σ ολο το ειναι. 




Λογος και κινηση σφιχτοδεμενα, δοσμενα με απλοτητα, χωρις στολιδια, οπως ειναι τα συναισθηματα. Τα ποδια σου σχεδον ακινητα και ολα οσα αισθανεσαι και θελεις να πεις να τα λενε τα χερια σου και το προσωπο σου. Ολα σου τα συναισθηματα να περνανε μονο απο το πανω μερος του σωματος γιατι ειναι τα χερια που αγκαλιαζουν, που χαϊδευουν, που αγγιζουν απαλα. 

Ειναι το προσωπο που καθρεφτιζει τι νιωθεις, πώς αισθανεσαι, που προδιδει ο,τι προσπαθεις να κρυψεις και τα ματια σου, που διαβαζοντας τα, χανομαι μεσα σ αυτα, ξεχνιεμαι, βυθιζομαι και ταξιδευω στις σκεψεις σου κι αλλοτε με κοιταζουν περιπαικτικα κι αλλοτε με μια θλιψη βουλιαγμενη στο πρασινο φως τους. 

Γωνιες που σε αγκαλιαζουν μα και σ αναγκαζουν ν αλλαζεις κατευθυνση, σε οδηγουν απο τη σιγουρια, στην αγωνια, στην αμφιβολια, στην αναζητηση, στην ηρεμια, στο στιγμιαιο σταματημα ιδιο λαμψη επιβεβαιωσης, για να ξαναρχισουν απο την αρχη τον αεναο κυκλο τους, με ενα φορτισμενο οσο και συγκρατημενο παθος , με μια βουβη κραυγη, ξεγυμνωνοντας την ανθρωπινη ψυχη απο οσα θαβει βιαστικα ή κρυβει με κοπο γιατι φοβαται μην την περιγελασουν, γιατι ντρεπεται που τα σκεφτεται. 

Κινηση με συναισθηματικη αμεσοτητα. Ειναι η ψυχη σου που χορευει, αγαπημενε, ειναι η ψυχη μου που κινειται τοσο απαλα σα να εχει παραδοθει στο αναποφευκτο. Ροη, η μια συναισθηματικη κατασταση, η μια σκεψη οδηγει αβιαστα στην επομενη, σαν το νερο που κυλαει και ξεπλενει ο,τι σε καθηλωνει και δε σε αφηνει να αισθανθεις αναλαφρος. 

Εικονες που ξεδιπλωνουν ολα οσα δεν τολμαει το στομα να προφερει, μα τα χαριζει απλοχερα η ενωση των χεριων και το αγκαλιασμα τους η συμβολικοτητα της κινησης και η σημειολογια των χεριων που ανοιγουν για να καλοδεχτουν, να παρηγορησουν, να σφιξουν, να δωσουν δυναμη, καταφυγιο, ασφαλεια, τρυφεροτητα. 

Για να ακολουθησει, την εικονα του βυθισματος και της αποδοχης των συναισθηματων, η ελαφροτητα της μετακινησης σε ενα αλλο χρονικο σημειο, που ολα μοιαζουν να αιωρουνται και να γλυστρανε σε εναν κοσμο περα απο τον συνηθισμενο. Σ ενα γκριζο χωρο που περιβαλλει τις ψυχες μας, η απουσια χρωματος εκδιωκεται απο το μονο χρωμα που υπαρχει, ενα γλυκο ροζ, αφηνοντας το παθος να διαφαινεται απο τις εκφρασεις του προσωπου και τον ηχο του υφασματος που ακολουθει τις κινησεις αλλοτε παιζοντας κι αλλοτε δημιουργωντας κυματα συναισθηματων. 

Ο χρονος κυλαει, το χερι ποτε εκκρεμες, ποτε καθρεφτης οδηγει τις σκεψεις μου σε σενα και αυτες γυριζουν πισω και νιωθω μια να βυθιζομαι και μια ν ανεβαινω σε ενα υψος που ακομα κι εμενα τρομαζει, δεν θελω να το σκεφτω, δεν θελω να το αντικρισω σε ολο του το μεγαλειο, αφηνομαι μονο να το νιωθω.


 Παραδοσιακο σεφαραδιτκο τραγουδι σε αποδοση απο τους The New World Renaissance Band (με τη φωνη του: Owain Phyfe).Απο το σαουντρακ  της δουλειας της Pina Bausch "Der Fensterputzer".
Απο την ταινια Pina, του  Wim Wenders.
(*)
La prima vez ke te vidi
De tuz ojos me 'namori
D'akel momento te ami
Fin a la tomba te amare.
Aserkate mi kerida
Salvadora de mi vida
Descubrite i avlame
Sekretos de la tu vida.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

2 χρόνια μετά

αυτός ο ήλιος που τα καίει όλα

να κάψει τις αναμνήσεις,

να μη θυμάσαι, να ξεχνάς

ν αφήνεις πίσω σου.

όταν όλα βίαια ξανάρχονται

θα βρίσκεις καταφύγιο στο

σκοτεινό δάσος,

μέσα στην ομίχλη του και τις σκιές του

θα κρύψεις όλα όσα σε πονάνε.

σημάδεψες τους αυγουστους πια

ποτέ δεν θα είναι ίδιοι

η φιγούρα σου εξακολουθεί

να είναι δίπλα μου.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Αγαπητο μου ημερολογιο,



ειναι δυνατον οι τοιχοι να σε περιορισουν; Μπορουν να κρυψουν τον ηλιο, να σε οδηγησουν μεσα στις ομιχλες και να περιπλανιεσαι στο δασος για μερες ίσως και μηνες. Στο περασμα σου συναντας τις σκιες των σκεψεων σου. Ανακαλυπτεις οτι περπατανε διπλα σου. Κρυβονται πισω απο τους θαμνους. Ο,τι εχεις σκεφτει σ ακολουθει. Εχουν δικη τους υποσταση, αλλες μικρες, αλλες μεγαλες. Καποιες σου χαμογελανε, καποιες αντιγυριζουν ενα θυμωμενο βλεμμα, αλλες σε κοιτανε με μισος. Εσυ συνεχιζεις να περαπτας στο δασος και ευχεσαι να ειναι ο λυκος εδω για να τον γνωρισεις επιτελους και να του μιλησεις. Γιατι προτιμας τον κινδυνο  του αγνωστου απο το επικινδυνο  της σκεψης που σε κατατρεχει. Οσο και να τις κρυβεις με προσοχη και φροντιδα ή καταχωνιαζοντας τες βιαστικα ειναι εκει, κανουν ορατη την παρουσια τους την ωρα που πεφτει το σκοταδι. Εκει την περιεργη ωρα αναμεσα στη ζωη της μερας και το θανατο της νυχτας. Αν καταφερεις να κοιταξεις αλλου ή να τις δαμασεις, σου αφηνουν μια νυχτα και μια μερα χρονο μεχρι να σε ξαναπερικυκλωσουν. Κι οταν το φεγγαρι γεμιζει τις φωτιζει και παιρνουν μορφες περιεργες.
Τοτε ειναι που οι σκιες αποκτουν δικη τους ζωη, μεγαλωνουν, σε κυκλωνουν και στριφογυριζουν γυρω σου.  Ο κλοιος σφιγγει. Τις κοιταζεις να κινουνται με φρενηρη ρυθμο και κλεινεις τα αυτια για να μη σε παρασυρουν στο ταξιδι χωρις επιστροφη.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Πανσέληνος

 Πού να σας κρυψω τρυφερα μου
δεν υπαρχει χωρος για σας.
Μπειτε στο πολυχρωμο μπαουλακι σας
και σιωπηστε,
στ αληθεια δεν υπαρχει κανεις
που να σας εχει αναγκη
κι αν υπαρχει δεν τον ξερω
και δεν θελω πια να τον γνωρισω.
Στο μπαουλακι σας ειναι ζεστα , καθιστε εκει.
Θα ειστε οι φλογιτσες που θα φωτιζουν τις νυχτες
τον υπνο των ταξιδευτων,
που θα κρατουν παρεα στο μοναχικο ταξιδι
μιας ανασας.

Το τρυφερο παιδι που κρυβεται πισω σας
θα παραμεινει στις σκιες
δεν θα δει το φως.
Ας παιξει στον κοσμο των σκιων
μαζι σας.
Παρτε το  κι αυτο κοντα σας
μην το αφηνετε
χορεψτε μαζι του, καντε βολτες στην ακροθαλασσια
εκει που το κυμα συνανταει τα κοχυλια
περπατηστε ερημα δρομακια
ακουμπηστε κορμους δεντρων
χαϊδεψτε το παραμυθι
κυνηγηστε το απιαστο
χαμογελαστε στο ονειρο
χορεψτε μια νυχτα με πανσεληνο.


Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

ένα άγγιγμα

Πεφτεις, σηκωνεσαι, ξαναρχιζεις απο το μηδεν , χανεσαι απο ολους, χανεις ο,τι συμβαινει γυρω σου, μονος μπροστα σε μια οθονη, τσουζουν τα ματια, πονανε τα χερια, μπερδευεις τις μερες, χανεις την επαφη με το περιβαλλον, δεν ξεχωριζεις τις μερες απο τις νυχτες, η μονη εικονα που εχεις ειναι αυτη μιας οθονης που εναλλασσονται οι φωτογραφιες μεχρι να μην αντιλαμβανεσαι τη διαφορα, ατελειωτες εργατωρες, για αλλους χαμενες, για σενα απλα παρελθον, πιεση και ενταση που κορυφωνονται, απογοητευση, πανικος αλληλοδιαδεχομενες συναισθηματικες καταστασεις και καποιες απειροελαχιστες στιγμες ενα χαμογελο ερχεται απο κει που δεν το περιμενεις και παιρνεις μια ανασα και λες μηπως αξιζει τελικα; και παιρνεις μια ανασα, ολα θ απανε καλα, για να ερθει η αμφιβολια να φωλιασειτην ιδια στιγμη και να σε ξανατραβηξει στο ερεβος. Το μονο που μενει ειναι ενα αγγιγμα απο αρωματα βγαλμενα απο την αχλη του χρονου. Οι ατελειωτες ωρες ..... για μια στιγμη στο χρονο που μ ενα φυσηγμα θα γινει σκονη & θα πεταξει για να χαθει στην αιωνιοτητα.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Πάσχα στην πόλη

Η δεύτερη μέρα του Πάσχα ήταν πάντα δύσκολη. Είχε τελειώσει η Μεγάλη Εβδομάδα μαζί και οι βόλτες με τα ποδήλατα και το παιχνίδι στην πλατεία έξω απο τη μεγάλη εκκλησία μέχρι να μας φωνάξουν οι μαμάδες στο ναό καθώς έβλεπαν να καθυστεροούμε. Από τη Μεγάλη Τετάρτη και μετά όλα έμοιαζαν να κυλάνε σαν να ήταν καλοκαίρι. Οι μαμάδες να μαλώνουν που με το που τελείωνε το  Ευχέλαιο τρέχαμε στην παιδική χαρά μέχρι ν αρχίσει η Ακολουθία. Τα κόκκινα αυγά και  τα αυτοκόλλητα-που ποτέ δεν κατάφερα να κολλήσω πάνω τους.  Είχε περάσει και η πείνα της Μεγάλης Παρασκευής  που ήταν η μόνη μέρα το χρόνο που πειθόμασταν να φάμε μαυρομάτικα νερόβραστα φασόλια-και τι νόστιμα που φάνταζαν. Η αναμονή του Μ. Σαββάτου και η προσεκτική ετοιμασία της λαμπάδας για το βράδυ και η μυρωδιά της μαγειρίτσας που σιγόβραζε. Ο εσπερινός της Αγάπης την Κυριακή  του Πάσχα με την ανάγνωση του Ευαγγελίου σε πολλές γλώσσες.
Το "καλοκαίρι" κάθε Πάσχα κρατούσε μια εβδομάδα. Από τη Δευτέρα του Πάσχα άρχιζε η ... εβδομάδα των παθων των μαθητών. "Αρχιζαν" τα διαβάσματα που πάντα στην πραγματικοτητα άρχιζαν και τελείωναν την Κυριακή του Θωμά.
Η πιο δυσκολη μέρα ήταν η Δευτέρα του Πάσχα μια και όλοι έλειπαν στα χωριά τους για Πάσχα ή αναπαύονταν από το μεγάλο φαγοπότι της Κυριακής. Η πόλη ήταν άδεια, μόνο κάποια λεωφορεία κι αυτά  με ένα δυο επιβάτες μέσα. Τις Δευτέρες του Πάσχα ακόμα και η εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη στο ραδιόφωνο ήταν ηχογραφημένη. Αποτελούσε όμως πηγή  για ώρες ενασχόλησης μετά τις 5 που τελείωνε.
Μια τέτοια Δευτέρα μου ήρθε στο νου καθώς άκουσα ξανά μετά από πάρα πολλα χρόνια το άλμπουμ των Beatles "Sgt. Pepper's Lonely Heatrs Club Band". Eκείνη τη Δευτέρα είχα πρωτακούσει το "With a little help from my friends" και ακολουθώντας την προσφιλή μου συνήθεια έγραψα τα λόγια και τα αφιέρωσα σε όλους τους φίλους που ήταν μακριά.
Το ίδιο και σήμερα..... έγραψα τα λόγια για να τα αφιερώσω σε όλους τους φίλους που είναι μακριά.
Χριστός Ανέστη.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012



Όλες μου οι μουσικές , παλιές και καινούριες, γυαλάκια μαζεμένα από δω κι από κει για να σου κρατούν συντροφιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Όλες με μια μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία πίσω τους. Όλες άφησαν το ίχνος τους, ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, ένταση, έκσταση, γλύκα και πίκρα. Ένα μουσικό κουτί γεμάτο μελωδίες, μικρούτσικα μαύρα στίγματα, που αν τους αλλάξεις τη σειρά, σου λένε μια νέα ιστορία που δε μοιάζει με καμιά παλιότερη, που αγγίζει  σκοτεινές ή λαμπερές πλευρές του κατακερματισμένου σου εαυτού.


Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

θύμισες

 Αναμνήσεις. Μνήμες που θαμπώνουν μέσα σε όνειρα. Το φως τις ταξιδεύει στην πραγματικότητα και τις σβήνει.
H μοναξιά κατατρώει τα πάντα, δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Τα μέρη που έπαιξες, τα μέρη που ονομάζεσες σπίτι, οι άνθρωποι που αγάπησες, όλα,  περιορίζονται στην  ανάμνηση μιας άλλης ζωής. Μια ζωής που δεν έζησες ποτέ. Όλα τα χθες που ήρθαν από το αύριο, όλα τα αύριο που ποτέ δεν ήρθαν από το χθες. 
Μια νέα αρχή, γιατί το πάντα ποτέ δεν είναι για πάντα.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Η γειτονία των χαμένων ονείρων

Όλοι   εκεί κατοικούμε....  έρχονται οι χειμώνες και φεύγουν  κι εμείς πάντα με τη σκέψη στο  ταξίδι και το όνειρο στα μάτια, τους αποχαιρετάμε και τους υποδεχόμαστε...... και παντα ελπίζουμε και ταξιδεύουμε με τη φαντασία. Κι ονειρευόμαστε μικρά και μεγάλα ονείρατα και το πρωί μας βρίσκει ασάλευτους, στο ίδιο σημείο παντα, με ένα χαμόγελο δανεικό και το όνειρο να περιμένει το βράδυ για να ξαναζήσει μέχρι να έρθει η επόμενη αυγή  .....




Στη νεότερη εκτέλεση από τη Μαριάν Φέιθφουλ , ξεχειλίζει η πίκρα και το χαμόγελο γεμάτο θλίψη  ακολουθεί το ρυθμό σε ένα χορό με τη σκιά των απραγματοποίητων ονείρων στη γειτονιά μας.....

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Ιστορίες με πανσέληνο (reloaded...)

Κούνησε λίγο το κορμί του, τίναξε τα φτερά του που τα ένιωθε βαριά, είχε καιρό να τα χρησιμοποιήσει και τα αισθανόταν ξένα. Φοβήθηκε μήπως δεν μπορούσε να πετάξει πια. Απόδιωξε τη σκέψη από το μυαλό του και κοίταξε τον ουρανό. Είχε το   χρώμα που του άρεσε. Βαθύ μπλε, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι.Τα πλάσματα της νύχτας άρχισαν να τεντώνονται απ τον ύπνο τους και να ξυπνάνε, άκουγε τα τριξίματα από τις κινήσεις τους. Σε λίγο θα ανέτειλε ένα ολόγιομο φεγγάρι. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Έπρεπε να φροντίσει τις τελευταίες λεπτομέρειες του ταξιδιού. Το βλέμμα του έπεσε στα  Όνειρά του, που έπλεαν σε μια  θάλασσα γαλάζια, σαν τα μάτια της Φαντασίας του. Η κίνηση των νερών τα νανούριζε και χαμογελούσαν στον ύπνο τους. Ήλπιζε να μην του κρατήσουν κακία που τα εγκατέλειπε, είχε μιλήσει με τα κύματα, τα οποία  ανέλαβαν με ευχαρίστηση να του τα προσέχουν, λίγο ή περισσότερο , ούτε ο ίδιος ήθελε να σκεφτεί. Όλα εξαρτιόνταν από το πόσο σύντομα θα έβρισκε τη Φαντασία.Του είχε ξεφύγει μια φορά μα τώρα το είχε αποφασίσει, δεν θα την άφηνε να ταξιδεύει μόνη της, τόσοι κίνδυνοι την περικύκλωναν. Πάντα είχε το μυαλό της στα σύννεφα, πάντα ταξίδευε πανω στον αφρό των κυμάτων. Δεν την ένοιαζε που βρέχονταν, λάτρευε τις στάλες που έπεφταν πάνω της ακόμα κι όταν γινόταν μούσκεμα. Χαμογέλασε καθώς έφερε στο νου του τα μάτια της, όταν γίνονταν ένα με τον ουρανό και τη θάλασσα. Θα την αναζητούσε και θα την ακολουθούσε  συνεχώς πια στα ταξίδια της και θα της διηγιόνταν παραμύθια. Της άρεσε τόσο να τον ακούει να της λέει ιστορίες. Τις σκάρωνε στο λεπτό για να τη βλέπει να γελάει ευτυχισμένη. Ακόμα κι όταν ήταν θυμωμένη - το καταλάβαινε από τα μάτια της που γίνονταν σαν ανταριασμένη θάλασσα -  δεν μπορούσε να του αντισταθεί, σαν άκουγε τις ιστορίες του, ημέρευε και ξεχνούσε και τότε θύμιζε χειμωνιάτικη ηλιόλουστη μέρα. Όταν στεναχωριόταν, τότε δεν ήξερε τι να της πει για να την κάνει να ξεχάσει. Τα μάτια της το βράδυ που την έχασε ήταν γκρίζα. Έφυγε για να βρει τη χαμένη της μαγεία, δεν τον μάγευε πια και ήθελε να ξαναδεί τα μάτια του να λάμπουν καθώς θα την κοιτούσε, ένιωθε άδεια χωρίς τη μαγεία που την περιέβαλε και τελευταία το καταλάβαινε ότι είχε ξεφτύσει πια, ότι την κοιτούσε με οίκτο, έτσι έλεγε στο χαρτί που χε αφήσει πίσω της. Έπρεπε να τη βρει και να της πει ότι τη χρειαζόταν, ότι εξακολουθούσε να είναι μαγική, ότι ήταν η διαφυγή του, ότι χωρίς τη Φαντασία του δεν μπορούσε να συνεχίσει . Στάθηκε σ ένα ψηλό κύμα και πήδηξε ψηλά, τεντώνοντας ταυτόχρονα τα φτερά του. Ένιωσε τον αέρα να τον χαϊδεύει, κοίταξε γύρω του, περιπλανήθηκε για λίγο πάνω από τα σύννεφα και τότε την είδε. Ήταν φωλιασμένη σ' ένα σύννεφο δίπλα στην Πανσέληνο. Για μια στιγμή ένιωσε το βλέμμα της και την είδε να τον χαιρετά, ή έτσι του φάνηκε .....

Moonlight

H σκιά

Μια σκιά   κυκλοφορεί αθέατη στo χάος της νύχτας, αναζητώντας το ανέφικτο,
παίζοντας κυνηγητό με το άπιαστο, χαμογελώντας στ αστέρια.
Μιλώντας μαζί τους, γαληνεύει, η συντροφιά τους ειναι ανάλαφρη, είναι παρηγοριά,
δε την αφήνει να νιώσει τη δροσιά της νύχτας.
Νιώθει τη ζεστασιά της ολόγιομης σελήνης να την προστατεύει,
να τη συντροφεύει για να ξεχνά τις ατέλειωτες μοναχικές ώρες.
Κλείνει τα μάτια και αιωρείται στα νυχτερινά σύννεφα, ξεχνώντας ό,τι την πληγώνει,
αφήνοντας πίσω της την πίκρα από όσα αστόχαστα  ειπώθηκαν,
με τα ψαλιδισμένα της φτερά  συνεχίζει  να πετά στο δικό της ουρανό.
Ποτέ πια δεν θα είναι η ίδια. Δεν της απόμεινε κανείς, ούτε ο εαυτός της.
Κατρακυλώντας σκέφτηκε ότι είναι αστείο, αλλά όταν πέφτεις, νιώθεις ότι  πετάς.... για λίγο....
Μια κρυστάλλινη μπάλα με  γαλάζιο νερό μέσα της να κινείται πότε από δω και πότε από κει,
έπεσε μέσα της και χάθηκε.
Η σκόνη του χρόνου κάλυψε τα πάντα στο πέρασμά της
κι απόμεινε η δροσιά απ την αυγή , που ίσως να μην έρθει ποτέ......,
κι οι ομίχλες, για  να συντροφεύουν τα ξωτικά στο δάσος........

αστερόσκονη.....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...