Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

....αγαπητο σκοταδι

Αυτο ηταν λοιπον.Απο δω και μπρος μιλαμε για σενα στο παρελθον.Δεν υπαρχει παρον ουτε και μελλον.Αποφασισες να φυγεις και εφυγες. Φυγε φως,ελα νυχτα.τιποτα αλλο δεν εχει σημασια. Απομακρυνθηκες μεχρι που εγινες φιγουρα σε αλλη πια σφαιρα. Αφεθηκα κι εγω και οι ερινυες μ ακολουθουν. Πρεπει να μαθω να ζω μ αυτες.
Τοσο κοντα και συναμα τοσο μακρια. Μ εκανες ν ανοιξω μπαουλα απο χρονια κλειστα. Ησουν παντα διπλα μου να με σηκωσεις οποτε επεφτα, να με στηριξεις και να μου δωσεις ο,τι δεν εβρισκα, να με κάνεις να κοιταξω οπου δεν εβλεπα.
Ανησυχο πνευμα, ανοιχτο μυαλο, φυσικο ταλεντο που σου δοθηκε απλοχερα.Ο,τι εμεις παλευαμε να αντιληφθουμε, το εκανες να φαινεται τοσο απλο. Αρχιτεκτονικη, σκηνικα,κοστουμια,φωτα, συγγραφη, πολιτικη, σινεμα, μουσικη, διαβασμα. Ξεχωριζες με ο,τι καταπιανοσουν, χωρις προσπαθεια.
Τι το καταραμενο κουβαλουσες πανω σου; Τι ηταν το συννεφο που σε τυλιξε και σε πηρε μακρια;; Δεν επανηλθες ποτε. και τωρα εφυγες για τα καλα, σε βλεπω να γελας διπλα μου με το πονηρο βλεμμα-εμενα θα με θυμαστε νεο, δε θα γερασω,δε θα γινω ανημπορος. Απο χθες το μεσημερι μας ακολουθεις. Ρωταμε ο ενας τον αλλο:
-Τον βλεπεις κι εσυ;;
-Ποιον;
-Τον πριγκηπα
Αλλα ξερουμε οτι δεν ηρθες για καποιον απο μας.
Απλα θα ταξιδευεις πλεον μαζι μας στα ταξιδια του καθενος μας....

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Tο "Βασίλειο του Ονείρου"

It goes on forever along the shoreline 
It never will end on the shores of my mind
I travel along‘til the sleep takes me in
Where have I ended, where do I begin?



Each ones shifts and weakens a little
Neither aware just how much they are brittle
Each one shifts and weakens a bit
Allowing the other to live and exist

O water and patience, pressure and time
Cuts through the faces of rocks we have climbed
The army of kisses, the lake never tires
The kisses that can put out all of my fires

Αντίο

Στον Αλέξη, που δεν πρόλαβε να γιoρτάσει τη γιορτή του των 17 χρόνων του...... κι έφυγε .....στα ξαφνικά........ Ελπίζω να πετάς κάπου όμορφα...
Πόσο άδικη μπορεί να είναι αυτή η ζωή;



Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Αναζητώντας τις αλήθειες των άλλων

Anatropi
Δεν γνώρισα το χωριό του πατέρα μου, ακόμα δεν έχω ανέβει στα Καλάβρυτα, κάποιος λόγος θα υπάρχει.....Γνώρισα όμως χωριά στη βόρεια πλευρά της χώρας και μαγεύτηκα από αυτά. Τσεπέλοβο, Βοβούσα, Σούλι, Παραμυθιά, Πόποβο και πόλεις με λάμψη που έσβησε εδώ και χρόνια, σαν την Καστοριά. Η περίεργη αντίληψη περί των καλοκαιρινών διακοπών εκεί στο 2000 και η παράλληλη ανάγνωση της  Ανατροπής του Νίκου Θέμελη μου γνώρισαν την ιστορία  μιας Ελλάδας που μόνο από σχολικά βιβλία ήξερα και ποτέ δεν ταύτισα με τόπους και ανθρώπους. Από τις ομορφότερες εικόνες που έχω συγκρατήσει είναι αυτή του δειλινού στο Τσεπέλοβο και των βουνοκορφών που απλώνονται γύρω του καθώς μαλακώνουν από το φως του ήλιου που δύει. Αναζητούσα στα ρουμάνια τα καραβάνια των εμπόρων που φεύγαν από τα Γιάννενα και το Μέτσοβο για την Οδησσό και την Τεργέστη, φορτωμένα ασημικά σκεύη και κοσμήματα. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι άκουγα τα ψιθυριστά λόγια της μάνας του Θωμά όταν έφευγε   δεκαπεντάχρονο  για το μεγάλο ταξίδι....


Anazitisi
Λίγα χρόνια μετά οι διακοπές στη Μυτιλήνη, το Μόλυβο και το Αϊβαλί συνέπεσαν με την ανάγνωση της Αναζήτησης  του Νίκου Θέμελη. Φωτογράφιζα με το μυαλό τις εικόνες των γερόντων που έπιναν τσάι στον τούρκικο καφενέ στ' Αϊβαλί και περιέπλεκα τις εικόνες τους με τα κείμενα της Αναζήτησης. Έβλεπα θαρρείς το Νικολή εφέντη να συζητάει για το υποστατικό του και να μας κερνάει καφέδες τούρκικους.
Μερικά βιβλία , χωρίς να το επιδιώξουμε συνδέονται με τη ζωή μας, νιώθεις ότι είναι κομμάτι σου, έχουν ξεχωριστή θέση στο κοιμητήριο των μη λησμονημενων βιβλίων,χωρίς να είναι στις επιδιώξεις του συγγραφέα - του καλού τουλάχιστον-αλλά αυτή είναι και η μαγεία των βιβλίων καθώς ο καθένας ανακαλύπτει  τις αλήθειες που αναζητά, είτε δικές του είτε των άλλων.
Έφυγε σήμερα ο Νίκος Θέμελης, θα μας λείψει το ήθος, η εντιμότητα και η σεμνότητά του.

Τα μάτια της καρδιάς




Η καρδιά μας είναι σαν ένας ναός
δεν χρειαζόμαστε περίτεχνα στολίδια 
για να την ομορφύνουμε 
ας αφήσουμε 
την εσωτερική μας ομορφιά
να φανερωθεί αψεγάδιαστη .......

mystic


ω συ που κοιτάς από κει πάνω,
σίμωσε λίγο να σ αγγίξω
να νιώσω την ανάσα σου
ν ακούσω   τη φωνή σου
να δω τα μάτια σου
να μου κρατήσεις συντροφιά
να διώξεις το φόβο και τη μοναξιά,
μικρή θεά που ζεις μες τις σπηλιες της


 

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Ο γύρος του θανάτου


Η πρώτη μου σκέψη όταν έπιασα το βιβίλο του Θωμά Κοροβίνη "Ο γύρος του θανάτου" (εκδ.Άγρα) στα χέρια μου ήταν γιατί κάποιος να επιλέξει να γράψει ένα μυθιστόρημα για  έναν ανθρώπο  που κατηγορήθηκε και εκτελέστηκε για ανθρωποκτονίες και έμεινε γνωστός ως "ο δράκος του Σέιχ Σου";
Διαβάζοντάς το κατάλαβα πώς ο Θ.Κοροβίνης δεν δημιουργεί το πορτρέτο ενός ανθρώπου, αλλά μιας ολόκληρης κοινωνίας, που ζει στις συνοικίες και το κέντρο της πόλης μου, της Θεσσαλονίκης.

Το βιβλίο έχει ντοκιμαντερίστικη δομή. Ξεκινάει καθηλωτικά με την σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση από τον «πρωταγωνιστή» και την ωμή παράθεση των γεγονότων  μέσα από την επίσημη δικογραφία. Συνεχίζει με ιστορίες ανθρώπων που γνώρισαν τον Αριστείδη. Αυτό που διαφαίνεται είναι ότι η υπόθεση Παγκρατίδη είναι το όχημα για να μας μεταφέρει  σε μια Θεσσαλονίκη από καιρό χαμένη στις μνήμες άλλων γενεών και για μας γνωστή από τα αποτυπώματα της σε ελληνικές ταινίες. Ο συγγραφέας φωτίζει πλευρές της πόλης που για πολλούς ήταν απλησίαστες και απαγορευμένες. Με αφορμή την υπόθεση του «Δράκου» ξετυλίγονται οι προσωπικές ιστορίες τυραννισμένων ανθρώπων που αποτέλεσαν την κοινωνική βάση της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ξεδιπλώνει το δραματικά αδιέξοδο σκηνικό που επικράτησε στις δεκαετίες του 50 και 60 με μια πολιτεία που όχι μόνο  δεν φρόντισε να δημιουργήσει δομές, αξίες και εμπιστοσύνη στους πολίτες αλλά έθρεψε και υπέθαλψε το μίσος, τον κοινωνικό ρατσισμό, το εύκολο, το ατομικό. Μια πολιτεία που «ανδρώθηκε» ευνοώντας τον αλληλοσπαραγμό και το φόβο, κλείνοντας τα μάτια όπου την συνέφερε και δείχνοντας το ανάλγητο πρόσωπό της σε κάθε κατατρεγμένο.
Μέσα από τις 209 σελίδες του βιβλίου, αποστασιοποιημένος ο συγγραφέας,  περιγράφει την  κάθοδο στην άβυσσο. Αφήνει τις επίσημες καταθέσεις και τις αποκαλυπτικές αφηγήσεις των καθημερινών μεροκαματιάρηδων και απόκληρων να υφάνουν έναν  άγριο κοινωνικό ιστό που αποτέλεσε την κοινωνική πραγματικότητα την οποία   η πολιτεία  ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να δει. Έτσι τη βόλευε άλλωστε. Σε σαθρό έδαφος δομήθηκε η Ελλάδα, που σήμερα ανακαλύπτει έκπληκτη ότι δεν μπορεί να συνεχίσει με την ίδια λογική την πορείας της. Ζει και ανασαίνει τόσα χρόνια μέσα σ ένα «γύρο θανάτου» και τα περιθώρια εξαντλήθηκαν.
"Πρόκειται για μυθιστόρημα, συνεπώς για προϊόν φαντασίας. Όμως το όριο μεταξύ του τι έχει πραγματικά συμβεί και τι αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι έχει συμβεί είναι συχνά ανύπαρκτο. Ένας συγγραφέας ερευνά με διαφορετικό τρόπο από ότι ένας δημοσιογράφος και οι δυο όμως φωτίζουν τις πιο σκοτεινές ψυχές των ανθρώπων, της κοινωνίας και του κόσμου γύρω μας. Το αποτέλεσμα συχνά είναι το ίδιο".*  Και μάλιστα στην περίπτωση του "Ο γύροςτου θανάτου" θα πρόσθετα, φωτίζεται  με ένα ιδιαίτερο φως η "άλλη" όψη της Σαλονίκης, αυτή της μεγάλης φτωχομάνας.


_____________
* Από τον επίλογό του Χένινγκ Μάνκελ, στο βιβλίο του "Ματωμένα Ίχνη" (εκδ. Ψυχογιός, σελ 367)

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

.........

..... Κλείνω τα μάτια. Ακούω το κύμα να σκάει στην παραλία. Νιώθω το αεράκι να φυσάει. Ονειρεύομαι......

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Ιστορίες με πανσέληνο (reloaded...)

Κούνησε λίγο το κορμί του, τίναξε τα φτερά του που τα ένιωθε βαριά, είχε καιρό να τα χρησιμοποιήσει και τα αισθανόταν ξένα. Φοβήθηκε μήπως δεν μπορούσε να πετάξει πια. Απόδιωξε τη σκέψη από το μυαλό του και κοίταξε τον ουρανό. Είχε το   χρώμα που του άρεσε. Βαθύ μπλε, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι.Τα πλάσματα της νύχτας άρχισαν να τεντώνονται απ τον ύπνο τους και να ξυπνάνε, άκουγε τα τριξίματα από τις κινήσεις τους. Σε λίγο θα ανέτειλε ένα ολόγιομο φεγγάρι. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Έπρεπε να φροντίσει τις τελευταίες λεπτομέρειες του ταξιδιού. Το βλέμμα του έπεσε στα  Όνειρά του, που έπλεαν σε μια  θάλασσα γαλάζια, σαν τα μάτια της Φαντασίας του. Η κίνηση των νερών τα νανούριζε και χαμογελούσαν στον ύπνο τους. Ήλπιζε να μην του κρατήσουν κακία που τα εγκατέλειπε, είχε μιλήσει με τα κύματα, τα οποία  ανέλαβαν με ευχαρίστηση να του τα προσέχουν, λίγο ή περισσότερο , ούτε ο ίδιος ήθελε να σκεφτεί. Όλα εξαρτιόνταν από το πόσο σύντομα θα έβρισκε τη Φαντασία.Του είχε ξεφύγει μια φορά μα τώρα το είχε αποφασίσει, δεν θα την άφηνε να ταξιδεύει μόνη της, τόσοι κίνδυνοι την περικύκλωναν. Πάντα είχε το μυαλό της στα σύννεφα, πάντα ταξίδευε πανω στον αφρό των κυμάτων. Δεν την ένοιαζε που βρέχονταν, λάτρευε τις στάλες που έπεφταν πάνω της ακόμα κι όταν γινόταν μούσκεμα. Χαμογέλασε καθώς έφερε στο νου του τα μάτια της, όταν γίνονταν ένα με τον ουρανό και τη θάλασσα. Θα την αναζητούσε και θα την ακολουθούσε  συνεχώς πια στα ταξίδια της και θα της διηγιόνταν παραμύθια. Της άρεσε τόσο να τον ακούει να της λέει ιστορίες. Τις σκάρωνε στο λεπτό για να τη βλέπει να γελάει ευτυχισμένη. Ακόμα κι όταν ήταν θυμωμένη - το καταλάβαινε από τα μάτια της που γίνονταν σαν ανταριασμένη θάλασσα -  δεν μπορούσε να του αντισταθεί, σαν άκουγε τις ιστορίες του, ημέρευε και ξεχνούσε και τότε θύμιζε χειμωνιάτικη ηλιόλουστη μέρα. Όταν στεναχωριόταν, τότε δεν ήξερε τι να της πει για να την κάνει να ξεχάσει. Τα μάτια της το βράδυ που την έχασε ήταν γκρίζα. Έφυγε για να βρει τη χαμένη της μαγεία, δεν τον μάγευε πια και ήθελε να ξαναδεί τα μάτια του να λάμπουν καθώς θα την κοιτούσε, ένιωθε άδεια χωρίς τη μαγεία που την περιέβαλε και τελευταία το καταλάβαινε ότι είχε ξεφτύσει πια, ότι την κοιτούσε με οίκτο, έτσι έλεγε στο χαρτί που χε αφήσει πίσω της. Έπρεπε να τη βρει και να της πει ότι τη χρειαζόταν, ότι εξακολουθούσε να είναι μαγική, ότι ήταν η διαφυγή του, ότι χωρίς τη Φαντασία του δεν μπορούσε να συνεχίσει . Στάθηκε σ ένα ψηλό κύμα και πήδηξε ψηλά, τεντώνοντας ταυτόχρονα τα φτερά του. Ένιωσε τον αέρα να τον χαϊδεύει, κοίταξε γύρω του, περιπλανήθηκε για λίγο πάνω από τα σύννεφα και τότε την είδε. Ήταν φωλιασμένη σ' ένα σύννεφο δίπλα στην Πανσέληνο. Για μια στιγμή ένιωσε το βλέμμα της και την είδε να τον χαιρετά, ή έτσι του φάνηκε .....

Moonlight

H σκιά

Μια σκιά   κυκλοφορεί αθέατη στo χάος της νύχτας, αναζητώντας το ανέφικτο,
παίζοντας κυνηγητό με το άπιαστο, χαμογελώντας στ αστέρια.
Μιλώντας μαζί τους, γαληνεύει, η συντροφιά τους ειναι ανάλαφρη, είναι παρηγοριά,
δε την αφήνει να νιώσει τη δροσιά της νύχτας.
Νιώθει τη ζεστασιά της ολόγιομης σελήνης να την προστατεύει,
να τη συντροφεύει για να ξεχνά τις ατέλειωτες μοναχικές ώρες.
Κλείνει τα μάτια και αιωρείται στα νυχτερινά σύννεφα, ξεχνώντας ό,τι την πληγώνει,
αφήνοντας πίσω της την πίκρα από όσα αστόχαστα  ειπώθηκαν,
με τα ψαλιδισμένα της φτερά  συνεχίζει  να πετά στο δικό της ουρανό.
Ποτέ πια δεν θα είναι η ίδια. Δεν της απόμεινε κανείς, ούτε ο εαυτός της.
Κατρακυλώντας σκέφτηκε ότι είναι αστείο, αλλά όταν πέφτεις, νιώθεις ότι  πετάς.... για λίγο....
Μια κρυστάλλινη μπάλα με  γαλάζιο νερό μέσα της να κινείται πότε από δω και πότε από κει,
έπεσε μέσα της και χάθηκε.
Η σκόνη του χρόνου κάλυψε τα πάντα στο πέρασμά της
κι απόμεινε η δροσιά απ την αυγή , που ίσως να μην έρθει ποτέ......,
κι οι ομίχλες, για  να συντροφεύουν τα ξωτικά στο δάσος........

αστερόσκονη.....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...