Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Spirit bird



 

Give it time and wonder why do what we can 
laugh and we cry and we sleep in your dust
 because we've seen this all before.
Culture fades with tears and grace leaving us stunned 
hollow with shame we have seen this all, seen this all before.

Many tribes of a modern kind, doing brand new work, 
same spirit by side, joining hearts and hands
and ancestral twine, ancestral twine.

Slowly it fades. Slowly we fade
Spirit bird she creaks and groans she knows she has, 
seen this all before she has, seen this all before she has.
 
Slowly it fades. Slowly you fade
Soldier on soldier on my good country man. 
Keep fighting for your culture, now keep fighting for your land.

I know its been thousands of years and i feel your hurt 
and i know its wrong and you feel you ve been chained 
and broken and burned and those beautiful old people,
 those wise old souls, have been ground down for far too long 
by that spineless man, that greedy man, that heartless man,
deceiving man, that government hand taking blood and land 
taking blood and land and still they can,
but your dreaming and your warrior spirit lives on 
 and it is so so so strong in the earth, in the trees, in the rocks,
 in the water, in your blood and in the air we breath

Soldier on soldier on my good country man, 
keep fighting for your children now, keep fighting for your land.

Slowly it fades, slowly we fade, slowly you fade, slowly it fades
Give it time and we wonder why do what we can 
laugh and we cry and we sleep in your dust because we 've seen this all before... 

Xavier Rudd, Spirit bird

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Η μοναχικη φαλαινα


Τι λεμε μεσα απο τις αφηγησεις παραμυθιων; Αφηγουμαστε μονο τα παραμυθια αλλων ή υφαινουμε και δικα μας; ποια αναγκη μας ωθει να δωσουμε στις σκεψεις μας το σχημα και τη μορφη παραμυθιου;





Ηταν μια φορα, πολλα φεγγαρια πριν μια φαλαινα. Μια μοναχικη φαλαινα. Ταξιδευε τους ωκεανους, τοτε που χρονος δεν υπηρχε, πριν καν σχηματιστει η γη. Ολοι την ηξεραν, την εβλεπαν.
Το χειμωνα περνουσε απο τα ζεστα νερα κοντα στον ισημερινο και το καλοκαιρι ανεβαινε ψηλα στον αρκτικο γιατι εκανε ζεστη πια και δεν αντεχε πολυ.
Την εβλεπαν να κολυμπαει, αλλα κανεις δεν ηξερε τιποτα γι αυτη. Κανεις δε μιλουσε γι αυτη. Κατι μικρα ψαρακια ρωτησαν και ολοι τους εκαναν νοημα να σωπασουν.
-Σσσσσσστ, θα σας ακουσει, ψιθυρισαν.
-Τι πειραζει, ξαναρωτησαν αυτα.
-Θα θυμωσει και θα στεναχωρεθει.
Η μοναχικη φαλαινα τα ακουγε ολα, μα καθως δεν την ρωτουσαν τι εχει δεν επιανε κουβεντα. Συνεχιζε τα ταξιδια της, ελπιζοντας μια μερα, να βρει καποιον που θα εχει τη δυναμη να τη ρωτησει: γιατι εισαι παντα μονη; Καποιον που δεν θα φοβηθει τον ογκο της και τη δυναμη της και θα της προτεινει να συνταξιδεψουν.
Στα πιο τρελα της ονειρα εβλεπε οτι της ζητουσαν ακομα και να χορεψει. Ευτυχισμενη τοτε ξεφυσουσε με δυναμη και ενας πηδακας νερου ξεπεταγονταν χαριζοντας ενα συντριβανι στον ωκεανο που αμεσως γαληνευε.
Τις νυχτες που ειχε πανσεληνο ονειρευοταν οτι πετουσε στον ουρανο και πλησιαζε...ενα δρακο με καταπρασινα φτερα κι ενα πορφυρο λοφιο.
Ειχε ακουσει γι αυτον στις αφηγησεις των ναυτικων.


Οι γεροι ναυτικοι τις ησυχες νυχτες που μαζευονταν στο καταστρωμα οταν ειχε φεγγαρι εβλεπαν ψηλα στο Α του Ωριωνα μια πλουμιστη φιγουρα να πεταει ζωγραφιζοντας σχηματα. Δεν ξεραν να πουν αν ηταν ανοιξη ή φθινοπωρο. Ηταν, ομως, μια εποχη γλυκια και ο καιρος μαλακος, βλεπεις δεν ειχαν δει ξηρα για πολλα χρονια, οταν την πρωτοειδαν. Πετουσε. Διπλα στο δρακο. Το σχημα της διαγραφονταν μεγαλοπρεπο στο νυχτερινο ουρανο. Ενα ζευγαρι αταιριαστο. Ο δρακος κι η φαλαινα. Κι ομως εμοιαζαν τοσο ταιριαστοι και πετουσαν αερινα. Εμοιαζαν ευτυχισμενοι και αναλαφροι.
Η φαλαινα ενιωθε τοσο ξεχωριστη που πετουσε ψηλα και ευτυχισμενη που ο δρακος ηταν μαζι της, που δεν την φοβοταν. Ο δρακος εντυπωσιασμενος που η φαλαινα μπορουσε να υπαρχει και εξω απο το νερο και δεν τον φοβοταν ενιωθε χαρουμενος απο τη συντορφια της και ευτυχισμενος που δεν ηταν πια μονος.
Καθε φορα που ειχε πανσεληνο ο ουρανος γεμιζε αστερια που λαμπαν για χαρη τους.
Μεχρι που η κακια μαγισσα του βορρα δεν αντεξε τ αστερια να την τυφλωνουν και τα δεσε με ενα μαγικο ξορκι. Να φεγγουν μονο οταν το φεγγαρι χανοταν. Μα ο δρακος δεν μπορουσε να ζωγραφιζει πια και να λαμπουν σχηματα στον ουρανο, ουτε η φαλαινα  εβλεπε  το δρομο για να ανηφορησει στο θολο.
 

Ετσι ο δρακος απεμεινε να στεκει μετεωρος στο σκοτεινο νυχτερινο ουρανο και η μοναχικη φαλαινα συνεχιζε παλι το αεναο ταξιδι της, απο τα ζεστα νερα στα παγωμενα, χωρις κανενας να τολμαει να της μιλησει.
 
Μα ποιος ξερει, μπορει λιγη μαγεια να λυσει το ξορκι και ολα να ειναι αλλιως... 

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Ophelia


Ophelia was a bride of god, a novice Carmelite
In sister cells the cloister bells tolled on her wedding night

A rebel girl, a blue stocking suffragette
Who remedied society between her cigarettes

A sweetheart to the nation over night
Curvaceous thighs, vivacious eyes
Love was at first sight...

A demigoddess in pre war Babylon
So statuesque a silhouette in black satin evening gowns

The mistress to a Vegas gambling man
Signora Ophelia Maraschina, mafia courtesan

A circus queen, the female cannonball
Projected through five flaming hoops to wild and shocked applause...

A cyclone, tempest, a god damned hurricane
Your common sense your best defense
Lay wasted and in vain

Ophelia'd know your every woe and pain you'd ever had
She'd sympathize and dry your eyes and help you to forget...

Ophelia's mind went wandering...
You'd wonder where she'd gone
Through secret doors
Down corridors
She'd wander them...
Alone

(Ophlelia lyrics, Natalie Merchant)


All alone...

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

storyteller

Σκηνη 1η

Την ειδα μια μερα καθως εβγαινα απο ενα μαγαζι. Περιμενε στη σταση του λεωφορειου. Η μαντιλα στο κεφαλι της, απομειναρι απο μιαν εποχη περασμενη, το προσωπο της ρυτιδιασμενο. Εμοιαζε κουρασμενη, ετοιμη να εγκαταλειψει τα παντα. Ο κοσμος περνουσε διπλα της χωρις να της δινει σημασια, σαν να μην υπηρχε. Ηρθε το λεωφορειο, εσυρε με δυσκολια τα ποδια της και ανεβηκε. Αορατη, ή σχεδον αορατη γιατι καποιος την προσεξε. Ενας νεος αντρας με μπλε μαλλια και τρυπες στο σωμα. Δεν ανεβηκε πρωτος και ευγενικα τη βοηθησε να ανεβει κρατωντας της τον αγκωνα. Σηκωσε το καροτσακι με τα ψωνια που κουβαλουσε η γυναικα, με το αλλο του χερι, και ανεβηκαν στο λεωφορειο. Τους παρατηρουσα μεχρι που οι πορτες εκλεισαν και το οχημα κινηθηκε. Προλαβα να δω οτι καθισε διπλα της, της χαμογελασε και την ειδα να του μιλαει. Καθως το λεωφορειο απομακρυνοταν το προσωπο της εμοιαζε τοσο νεο, οι γραμμες απαλυναν, το χρωμα στα μαγουλα της  την εφερε πισω στον κοσμο των ζωντανων. Ο νεος της χαρισε ενα λεπτο απο τη ζωη του ενω συναμα στη γυναικα αυτο φαινοταν μια ολοκληρη ζωη. 

Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα χαμογελο. 



Κατεβαιναν τις σκαλες του μετρο με γηγορο βημα. Τα χερια τους μπλεγμενα. Στο ιδιο μπόι και οι δυο, στα εικοσι τους. Δεν ειχαν κατι το ιδιαιτερο, δεν ηταν ομορφοι, δεν ξεχωριζαν για τα ρουχα τους. Οταν εφτασαν στην αποβαθρα, περιμενοντας το μετρο γυρισαν να κοιταξουν ο ενας τον αλλο κι αγκαλιαστηκαν. Το αγορι ειχε τυλιξει τα χερια του γυρω της, το κοριτσι ειχε χωσει το κεφαλι της στο λαιμο του. Κατι της ψιθυρισε και την ειδα να σηκωνει το κεφαλι της για να τον αντικρισει.
-Τι φοβασαι οταν εισαι στο σκοταδι; Μονη σου; Γιατι ανοιγεις τα ματια σου; 
-Για να δω εσενα. Σε θελω, θελω να σε νιωθω διπλα μου, να νιωθω την ανασα σου να δροσιζει τ αυτι μου. Θελω ν ακουω τη φωνη σου να ψιθυριζει στ αυτι μου, τα χερια σου να με αγγιζουν και να με σπρωχνουν ενα βημα πιο περα, να μη μ αφηνουν, να με κοιτας και να βυθιζεσαι στα ματια μου, να μου χαμογελας και ν ακουω το γελιο σου. 
Ξανασμιξαν σ ενα φιλι καθως απο τη γραμη 1 κατεφτανε με εκκωφαντικο θορυβο το τρενο που θα τους επαιρνε μαζι του. 
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα βλεμμα. 


Σκηνικο εξωπραγματικο. Θα μπορουσε να ηταν ενας βραχος σκοτεινος ή μια αθεατη πλευρα ενος αστεριου ή του φεγγαριου. Δυο φιγουρες αγκαλισμενες ψιθυριζαν  κοιτωντας ο καθενας τον αλλον στα ματια.
-Εχεις πλανητες αλλους γυρω σου;
-Εχω εσενα.
-Ποσα φεγγαρια εχει ο ουρανος σου; Κοιτας τ αστερια καθε βραδυ;
-Ο ουρανος μου εχει δυο φεγγαρια κι αμετρητα αστερια.
-Γιατι;
-Για να τα μοιραζομαι μαζι σου. Για να σου τα χαριζω και να μου φτιαχνεις ιστοριες μ αυτα. -Τι ιστοριες; 

-Για μαγους και ξωτικα. 
Χαμογελασαν ο ενας στον αλλο και χαθηκαν ο ενας στην αγκαλια του αλλου. Γεμιζει το φεγγαρι. 
-Θα σε παω στο μονοπατι που χαραζει τ ολογιομο φεγγαρι στη θαλασσα για να δω τα ματια σου να χανονται στο χαος.
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα ονειρο.

...για οσους εχουν ματια και αντεχουν να βλεπουν ονειρα.

αστερόσκονη.....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...