Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

storyteller

Σκηνη 1η

Την ειδα μια μερα καθως εβγαινα απο ενα μαγαζι. Περιμενε στη σταση του λεωφορειου. Η μαντιλα στο κεφαλι της, απομειναρι απο μιαν εποχη περασμενη, το προσωπο της ρυτιδιασμενο. Εμοιαζε κουρασμενη, ετοιμη να εγκαταλειψει τα παντα. Ο κοσμος περνουσε διπλα της χωρις να της δινει σημασια, σαν να μην υπηρχε. Ηρθε το λεωφορειο, εσυρε με δυσκολια τα ποδια της και ανεβηκε. Αορατη, ή σχεδον αορατη γιατι καποιος την προσεξε. Ενας νεος αντρας με μπλε μαλλια και τρυπες στο σωμα. Δεν ανεβηκε πρωτος και ευγενικα τη βοηθησε να ανεβει κρατωντας της τον αγκωνα. Σηκωσε το καροτσακι με τα ψωνια που κουβαλουσε η γυναικα, με το αλλο του χερι, και ανεβηκαν στο λεωφορειο. Τους παρατηρουσα μεχρι που οι πορτες εκλεισαν και το οχημα κινηθηκε. Προλαβα να δω οτι καθισε διπλα της, της χαμογελασε και την ειδα να του μιλαει. Καθως το λεωφορειο απομακρυνοταν το προσωπο της εμοιαζε τοσο νεο, οι γραμμες απαλυναν, το χρωμα στα μαγουλα της  την εφερε πισω στον κοσμο των ζωντανων. Ο νεος της χαρισε ενα λεπτο απο τη ζωη του ενω συναμα στη γυναικα αυτο φαινοταν μια ολοκληρη ζωη. 

Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα χαμογελο. 



Κατεβαιναν τις σκαλες του μετρο με γηγορο βημα. Τα χερια τους μπλεγμενα. Στο ιδιο μπόι και οι δυο, στα εικοσι τους. Δεν ειχαν κατι το ιδιαιτερο, δεν ηταν ομορφοι, δεν ξεχωριζαν για τα ρουχα τους. Οταν εφτασαν στην αποβαθρα, περιμενοντας το μετρο γυρισαν να κοιταξουν ο ενας τον αλλο κι αγκαλιαστηκαν. Το αγορι ειχε τυλιξει τα χερια του γυρω της, το κοριτσι ειχε χωσει το κεφαλι της στο λαιμο του. Κατι της ψιθυρισε και την ειδα να σηκωνει το κεφαλι της για να τον αντικρισει.
-Τι φοβασαι οταν εισαι στο σκοταδι; Μονη σου; Γιατι ανοιγεις τα ματια σου; 
-Για να δω εσενα. Σε θελω, θελω να σε νιωθω διπλα μου, να νιωθω την ανασα σου να δροσιζει τ αυτι μου. Θελω ν ακουω τη φωνη σου να ψιθυριζει στ αυτι μου, τα χερια σου να με αγγιζουν και να με σπρωχνουν ενα βημα πιο περα, να μη μ αφηνουν, να με κοιτας και να βυθιζεσαι στα ματια μου, να μου χαμογελας και ν ακουω το γελιο σου. 
Ξανασμιξαν σ ενα φιλι καθως απο τη γραμη 1 κατεφτανε με εκκωφαντικο θορυβο το τρενο που θα τους επαιρνε μαζι του. 
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα βλεμμα. 


Σκηνικο εξωπραγματικο. Θα μπορουσε να ηταν ενας βραχος σκοτεινος ή μια αθεατη πλευρα ενος αστεριου ή του φεγγαριου. Δυο φιγουρες αγκαλισμενες ψιθυριζαν  κοιτωντας ο καθενας τον αλλον στα ματια.
-Εχεις πλανητες αλλους γυρω σου;
-Εχω εσενα.
-Ποσα φεγγαρια εχει ο ουρανος σου; Κοιτας τ αστερια καθε βραδυ;
-Ο ουρανος μου εχει δυο φεγγαρια κι αμετρητα αστερια.
-Γιατι;
-Για να τα μοιραζομαι μαζι σου. Για να σου τα χαριζω και να μου φτιαχνεις ιστοριες μ αυτα. -Τι ιστοριες; 

-Για μαγους και ξωτικα. 
Χαμογελασαν ο ενας στον αλλο και χαθηκαν ο ενας στην αγκαλια του αλλου. Γεμιζει το φεγγαρι. 
-Θα σε παω στο μονοπατι που χαραζει τ ολογιομο φεγγαρι στη θαλασσα για να δω τα ματια σου να χανονται στο χαος.
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα ονειρο.

...για οσους εχουν ματια και αντεχουν να βλεπουν ονειρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αστερόσκονη.....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...