Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

sacred place


Εβρεχε καταρρακτωδως μα δεν εδινα σημασια, ουτε ειχα ομπρελα. 
Σκουντηξα την πορτα που ετριξε επικινδυνα, προμηνυοντας ασχημα νεα και μπηκα. Ηταν σκοτεινα και χρειαστηκε να περασουν μερικα λεπτα για να συνηθισω στο σκοταδι. 
Το σιχαινομαι αυτο το σπιτι. Τα επιπλα του, οι μυρωδιες του. Ποτε δεν το ενιωσα σπιτι. Ηταν παντα "ενας χωρος". Εκει απλα εμενα μεχρι να φυγω ή επεστρεφα για λιγο και εφευγα παντα με το κεφαλι σκυμμενο και τα χειλη σφιγμενα κι αυτο το δακρυ να τρεμοπαιζει αναποφασιστο...

 Φοβαμαι. Δεν πρεπει να φοβαμαι. Να ξορκισω το τερας. Αλληλοεμπλεκομενες συναισθηματικες διεργασιες ανακατευονταν προκαλωντας μου ναυτια. Μια τηλεοραση φωναζε απο καπου τις τελευταιες τραγικες ειδησεις για το χρηματοπιστωτικο συμπαν που κατερρεε δημιουργωντας αλυσσιδωτες αντιδρασεις σε ολη την ευρωζωνη. Κοιταξα την παμπαλαια τηλεοραση. Σιωπουσε εδω και χρονια.

Τωρα επερεπε να ανοιξω τις πορτες, τα συρταρια και να ξεδιαλεξω ποια ρουχα,  επιπλα και αντικειμενα θα κρατουσα και ποια θα εδινα.

Η ναυτια παντα παρουσα.

Επιστρεφεις μετα απο πολυ καιρο σε γνωριμα μερη ελπιζοντας να βρεις τα παντα οπως τα αφησες, ανεγγιχτα, λες και δεν ακουμπησε πανω τους ο χρονος. Ενα σπιτι κλειστο για μεγαλο διαστημα. Τα σεντονια απλωμενα πανω σε καρεκλες και καναπεδες. Τα χα ριξει να προλαβω τις αναμνησεις, να μη σκονιστουν, ξεροντας οτι θα λειψω για πολυ καιρο.  

Ο φοβος σκοτωνει το μυαλο.

 Μουρμουριζα φωναχτα. Παντα το εκανα. Μηχανισμος αυτορυθμισης.

Το παιδικο κρεβατι, νεκροκρεβατο μιας παιδικης ηλικιας προ πολλου περασμενης. Ενας καναπες κρεβατι. Μετα απο πολλα χρονια ανακαλυψα οτι ηταν δυο διαφορετικα επιπλα. Ποτε δεν ειχα κρεβατι. Για αυτο κοιμαμαι ακομα στον καναπε.
Το μεγαλο τραπεζι ροτοντα, που φιλοξενουσε τα σχολικα διαβασματα. Ποτε δεν ειχα γραφειο  και οταν απεκτησα κατεληξα να περναω ολη μου τη μερα πανω του. Δεν ηθελα να κρατησω τιποτα απο ολα αυτα. Ουτε καν μνημες.
 Βγηκα στο μπαλκονι να παρω αερα. Πνιγομουν. Δεν επρεπε να γυρισω.

Ο φοβος ειναι ο μικρος θανατος που φερνει την τελικη καταστροφη.

Οι αναμνησεις στοιχειωναν.

Οπτασιες και φαντασματα κυκλοφορουν διαφανα αορατα, οταν πεφτει το σκοταδι, οταν ολα φαινομενικα ησυχαζουν. Τοτε ειναι η ωρα τους. Bγαινουν αθεατα, για να μην τραβουν τα βλεμματα των των περιεργων εισβολεων, που θεωρουν οτι μπορουν να φτασουν βαθια σε οσα στοιβαζεις στη σοφιτα.

Θα πρεπει να επιτρεψω στο φοβο να περασει απο πανω μου και οταν φυγει θα κοιταξω μεσα μου για να δω το μονοπατι που διεγραψε.

Η καθε οπτασια εχει τη δικη της ιστορια. Kαποιες συμπλεκονται, καποιες ειναι παραλληλες. Ειναι η μοιρα της ζωης των αλλων, της δικης μας να συμβιωνουμε σε παραλληλες ή τεθλασμενες.
Μερικες ζουνε σε ενα παραλληλο συμπαν. Αυτες οι οπτασιες ειναι και οι πιο ξεχωριστες.

Απο οπου περασει και νεκρωσει ζωτικα κομμματια μου θα πρεπει να τα αφησω να διαλυθουν με τη σειρα τους. 

Ενω ειναι διπλα μας, τις αγγιζουμε, τις βλεπουμε, ειναι και σε εναν αλλο κοσμο, εκει δεν εχουν θεση οι υπολοιποι, τουλαχιστον οχι ολοι, αυτες επιλεγουν ποιοι θα τις ακολουθουν στον ονειρικο τους κοσμο. Τις φιγουρες αυτες δεν μπορουν πραγματικα να τις δουν οι αλλοι, νομιζουν οτι τις βλεπουν, αλλα στην πραγματικοτητα βλεπουν ενα ειδωλο, γιατι δεν ειναι παρα η αντανακλαση τους που βλεπουν.

Αυτη του κοσμου των σκιων.

Δεν πρεπει να φοβαμαι. Ο φοβος σκοτωνει το μυαλο. 
Ειναι ο μικρος θανατος που φερνει την τελικη καταστροφη. 
Θα πρεπει να του επιτρεψω να περασει απο πανω μου και οταν φυγει θα κοιταξω μεσα μου για να δω το μονοπατι που διεγραψε. Απο οπου περασει και νεκρωσει ζωτικα κομμματια μου θα πρεπει να τα αφησω να διαλυθουν με τη σειρα τους. 

Τοτε θα εχω απομεινει εγω.

Απεμεινα μονη να κοιταζω.

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

το χρυσο κλειδι

Ενας παλιος ξωτικομυθος λεει οτι, οταν ακομα η γη ειχε μολις σχηματιστει και πανω της περπατουσαν μονο μεγαλοσωμα ζωα, που εκαναν το εδαφος να σειεται με το καθε βημα τους, υπηρχε μια οικογενεια χελωνων. Φοβοντουσαν πολυ μην τους πατησουν, ή ακομα χειροτερα, καταβροχθισουν τα μεγαλα ζωα και γι αυτο κρυβονταν τη μερα και εβγαιναν εξω απο τις κρυψωνες τους το βραδυ. Ηταν ησυχα και δροσερα τα βραδια, ειδικα το καλοκαιρι αλλα και το χειμωνα οταν το πουπουλενιο παπλωμα του χιονιου σκεπαζε τα παντα ειχε τοση ησυχια που μπορουσανν ακουσουν τη γη ν ανασαινει. Το καλοκαιρι και το φθινοπωρο ακουγαν τα νερα να τρεχουν αυτα δεν σταματουσαν ποτε. Με τον ηχο του νερου να κυλαει κοιμουνταν το πρωι , με αυτον ξυπνουσαν το βραδυ Ενα βραδυ αποφασισαν να πλησιασουν το σκουρο αυτο κομματι που βρισκοταν διπλα τους και να το γευτουν. Ηταν αλμυρο. Αυτη τη λεξη βρηκαν γιατι, ξεχασα να σου πω, πως η οικογενεια των χελωνων μιλουσε κιολας.
Τους αρεσε τοσο πολυ που ξανοιχτηκαν και πλησιασαν οσο που βουλιαξαν μεσα στο νερο. Ηταν τοσο ομορφα και εκτος απο τα νερα που ετρεχαν εκεινο το βραδυ ακουστηκαν και κραυγουλες ευτυχιας καθως οι χελωνιστες επλεαν, βουτουσαν και επαιζαν με το νερο. Ξαφνικα η πιο μεγαλη, σηκωσε το κεφαλι της προς τα πανω κι εβγαε μια πιο δυνατη κραυγη. Ολες γυρισαν και κοιταξαν. Κατι ηταν ψηλα ψηλα και ελαμπε. Κι αλλες κραυγες πιο δυνατες αυτη φορα πλημμυρισαν τη νυχτα. Εκει που ολες ηταν απασχολημενες με το δισκο που ελαμπε στον σκοτεινο ουρανο, κατι αστραψε πολυ κοντα τους και τρομαξαν. Κοιταχτηκαν απορημενες. Τι ηταν αυτη η λαμψη;
Kιτρινο!!!!!!!!!!! μα δεν ηταν ο ηλιος Πλησιασαν ολες να δουν καλυτερα Και καποιες τρομαξαν μα ο μεγαλος αρχηγος της οικογενειας πλησιασε και κοιταξε εξεταστικα. Το θεαμα ηταν περιεγο και πρωτογνωρο Ενα χρυσο κλειδι βρισκοταν πανω στην πλατη μιας χελωνιτσας τοσο δα μικτης μικρης Την κοιταξε απο δω, την κοιταξε απο κει δεν μπορουσε να το εξηγησει. Μια απο αλλες χελωνιτσες που δεν ειχε τιποτα αξιοπροσεκτο στηνπλατη της και επειδη ενοχληθηκε που δεν την προσεχε κανενας, σκουντηξε αποταομα το χελωνακι για να το κανει να θυμωσει.
Ομως τοτε ξαφνικα το κλειδι ξεκολλησε απο την πλατη της μικρης και το επιασε στα χερια του ο αρχηγος της οικογενειας. Τοτε καταλαβε και χαμογελσε Ολες τον κοιταξαν με προσμονη περιμενοντας μια του κουβεντα Το κλειδι αυτο, ειπε ο αρχηγος, ξεκλειδωνει ενα μπαουλακι. Οπoιος ξεκλειδωσει αυτο το μπαουλακι αυτοματα αποκτα ολη τη γνωση του πλανητη μα ειναι δεμενος μ ενα ξορκι, αν δεν δαμασει τη γνωση, θα χασει τη φαντασια του. και η φαντασια του ηταν μαγεμενη αν δεν μπορουσε να μοιρασει τη γνωση του σε ολη τη γη, η φαντασια του θα ηταν καταδικασμενη να ζει σαν μια αμορφη μαζα κατακοκκινη και αποκρουστικη που θα τον τυραννουσε συνεχως Αν ομως μοιραζοταν οσα μαθαινε απο τα περιεχομενα του μικρου μπαουλου η φαντασια του θα μεταμορφωνοταν σε ο,τι πιο ομορφο μπορουσε ποτε να ....φαντστει θα επαιρνε σχηματα και χρωματα διαφορετικα και θα ηταν παντα χαμογελστη και τρυφερη στο πλευρο του.
Τι κανουμε εμεις; ρωτησαν τα χελωνακια; Πού ειναι αυτο το μπαουλο; Κι αν ανοιξουμε εμεις το μπαουλο; η αρχικη παγωμαρα και ο φοβος εδωσαν τη θεση τους σε εναν καταιγισμο ερωτησεων και σε ματακια που ελαμψαν ελαμπαν . Ο αρχηγος τους ειπε οτι η αποστολη τους στη γη ηταν ακριβως αυτη. Γι αυτο ειχαν δημιουργηθει σε αυτο τον πλανητη, θα αναζητουσαν αυτον που θα ηταν αξιος να ανοιξει το μπαουλο και να δωσει ζωη οχι μονο στον πλανητη με τις γνωσεις του, αλλα και στη φαντασια του για να ομορφυνει και η ζωη του και ο,τι υπαρχει γυρω του

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Spirit bird



 

Give it time and wonder why do what we can 
laugh and we cry and we sleep in your dust
 because we've seen this all before.
Culture fades with tears and grace leaving us stunned 
hollow with shame we have seen this all, seen this all before.

Many tribes of a modern kind, doing brand new work, 
same spirit by side, joining hearts and hands
and ancestral twine, ancestral twine.

Slowly it fades. Slowly we fade
Spirit bird she creaks and groans she knows she has, 
seen this all before she has, seen this all before she has.
 
Slowly it fades. Slowly you fade
Soldier on soldier on my good country man. 
Keep fighting for your culture, now keep fighting for your land.

I know its been thousands of years and i feel your hurt 
and i know its wrong and you feel you ve been chained 
and broken and burned and those beautiful old people,
 those wise old souls, have been ground down for far too long 
by that spineless man, that greedy man, that heartless man,
deceiving man, that government hand taking blood and land 
taking blood and land and still they can,
but your dreaming and your warrior spirit lives on 
 and it is so so so strong in the earth, in the trees, in the rocks,
 in the water, in your blood and in the air we breath

Soldier on soldier on my good country man, 
keep fighting for your children now, keep fighting for your land.

Slowly it fades, slowly we fade, slowly you fade, slowly it fades
Give it time and we wonder why do what we can 
laugh and we cry and we sleep in your dust because we 've seen this all before... 

Xavier Rudd, Spirit bird

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Η μοναχικη φαλαινα


Τι λεμε μεσα απο τις αφηγησεις παραμυθιων; Αφηγουμαστε μονο τα παραμυθια αλλων ή υφαινουμε και δικα μας; ποια αναγκη μας ωθει να δωσουμε στις σκεψεις μας το σχημα και τη μορφη παραμυθιου;





Ηταν μια φορα, πολλα φεγγαρια πριν μια φαλαινα. Μια μοναχικη φαλαινα. Ταξιδευε τους ωκεανους, τοτε που χρονος δεν υπηρχε, πριν καν σχηματιστει η γη. Ολοι την ηξεραν, την εβλεπαν.
Το χειμωνα περνουσε απο τα ζεστα νερα κοντα στον ισημερινο και το καλοκαιρι ανεβαινε ψηλα στον αρκτικο γιατι εκανε ζεστη πια και δεν αντεχε πολυ.
Την εβλεπαν να κολυμπαει, αλλα κανεις δεν ηξερε τιποτα γι αυτη. Κανεις δε μιλουσε γι αυτη. Κατι μικρα ψαρακια ρωτησαν και ολοι τους εκαναν νοημα να σωπασουν.
-Σσσσσσστ, θα σας ακουσει, ψιθυρισαν.
-Τι πειραζει, ξαναρωτησαν αυτα.
-Θα θυμωσει και θα στεναχωρεθει.
Η μοναχικη φαλαινα τα ακουγε ολα, μα καθως δεν την ρωτουσαν τι εχει δεν επιανε κουβεντα. Συνεχιζε τα ταξιδια της, ελπιζοντας μια μερα, να βρει καποιον που θα εχει τη δυναμη να τη ρωτησει: γιατι εισαι παντα μονη; Καποιον που δεν θα φοβηθει τον ογκο της και τη δυναμη της και θα της προτεινει να συνταξιδεψουν.
Στα πιο τρελα της ονειρα εβλεπε οτι της ζητουσαν ακομα και να χορεψει. Ευτυχισμενη τοτε ξεφυσουσε με δυναμη και ενας πηδακας νερου ξεπεταγονταν χαριζοντας ενα συντριβανι στον ωκεανο που αμεσως γαληνευε.
Τις νυχτες που ειχε πανσεληνο ονειρευοταν οτι πετουσε στον ουρανο και πλησιαζε...ενα δρακο με καταπρασινα φτερα κι ενα πορφυρο λοφιο.
Ειχε ακουσει γι αυτον στις αφηγησεις των ναυτικων.


Οι γεροι ναυτικοι τις ησυχες νυχτες που μαζευονταν στο καταστρωμα οταν ειχε φεγγαρι εβλεπαν ψηλα στο Α του Ωριωνα μια πλουμιστη φιγουρα να πεταει ζωγραφιζοντας σχηματα. Δεν ξεραν να πουν αν ηταν ανοιξη ή φθινοπωρο. Ηταν, ομως, μια εποχη γλυκια και ο καιρος μαλακος, βλεπεις δεν ειχαν δει ξηρα για πολλα χρονια, οταν την πρωτοειδαν. Πετουσε. Διπλα στο δρακο. Το σχημα της διαγραφονταν μεγαλοπρεπο στο νυχτερινο ουρανο. Ενα ζευγαρι αταιριαστο. Ο δρακος κι η φαλαινα. Κι ομως εμοιαζαν τοσο ταιριαστοι και πετουσαν αερινα. Εμοιαζαν ευτυχισμενοι και αναλαφροι.
Η φαλαινα ενιωθε τοσο ξεχωριστη που πετουσε ψηλα και ευτυχισμενη που ο δρακος ηταν μαζι της, που δεν την φοβοταν. Ο δρακος εντυπωσιασμενος που η φαλαινα μπορουσε να υπαρχει και εξω απο το νερο και δεν τον φοβοταν ενιωθε χαρουμενος απο τη συντορφια της και ευτυχισμενος που δεν ηταν πια μονος.
Καθε φορα που ειχε πανσεληνο ο ουρανος γεμιζε αστερια που λαμπαν για χαρη τους.
Μεχρι που η κακια μαγισσα του βορρα δεν αντεξε τ αστερια να την τυφλωνουν και τα δεσε με ενα μαγικο ξορκι. Να φεγγουν μονο οταν το φεγγαρι χανοταν. Μα ο δρακος δεν μπορουσε να ζωγραφιζει πια και να λαμπουν σχηματα στον ουρανο, ουτε η φαλαινα  εβλεπε  το δρομο για να ανηφορησει στο θολο.
 

Ετσι ο δρακος απεμεινε να στεκει μετεωρος στο σκοτεινο νυχτερινο ουρανο και η μοναχικη φαλαινα συνεχιζε παλι το αεναο ταξιδι της, απο τα ζεστα νερα στα παγωμενα, χωρις κανενας να τολμαει να της μιλησει.
 
Μα ποιος ξερει, μπορει λιγη μαγεια να λυσει το ξορκι και ολα να ειναι αλλιως... 

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Ophelia


Ophelia was a bride of god, a novice Carmelite
In sister cells the cloister bells tolled on her wedding night

A rebel girl, a blue stocking suffragette
Who remedied society between her cigarettes

A sweetheart to the nation over night
Curvaceous thighs, vivacious eyes
Love was at first sight...

A demigoddess in pre war Babylon
So statuesque a silhouette in black satin evening gowns

The mistress to a Vegas gambling man
Signora Ophelia Maraschina, mafia courtesan

A circus queen, the female cannonball
Projected through five flaming hoops to wild and shocked applause...

A cyclone, tempest, a god damned hurricane
Your common sense your best defense
Lay wasted and in vain

Ophelia'd know your every woe and pain you'd ever had
She'd sympathize and dry your eyes and help you to forget...

Ophelia's mind went wandering...
You'd wonder where she'd gone
Through secret doors
Down corridors
She'd wander them...
Alone

(Ophlelia lyrics, Natalie Merchant)


All alone...

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

storyteller

Σκηνη 1η

Την ειδα μια μερα καθως εβγαινα απο ενα μαγαζι. Περιμενε στη σταση του λεωφορειου. Η μαντιλα στο κεφαλι της, απομειναρι απο μιαν εποχη περασμενη, το προσωπο της ρυτιδιασμενο. Εμοιαζε κουρασμενη, ετοιμη να εγκαταλειψει τα παντα. Ο κοσμος περνουσε διπλα της χωρις να της δινει σημασια, σαν να μην υπηρχε. Ηρθε το λεωφορειο, εσυρε με δυσκολια τα ποδια της και ανεβηκε. Αορατη, ή σχεδον αορατη γιατι καποιος την προσεξε. Ενας νεος αντρας με μπλε μαλλια και τρυπες στο σωμα. Δεν ανεβηκε πρωτος και ευγενικα τη βοηθησε να ανεβει κρατωντας της τον αγκωνα. Σηκωσε το καροτσακι με τα ψωνια που κουβαλουσε η γυναικα, με το αλλο του χερι, και ανεβηκαν στο λεωφορειο. Τους παρατηρουσα μεχρι που οι πορτες εκλεισαν και το οχημα κινηθηκε. Προλαβα να δω οτι καθισε διπλα της, της χαμογελασε και την ειδα να του μιλαει. Καθως το λεωφορειο απομακρυνοταν το προσωπο της εμοιαζε τοσο νεο, οι γραμμες απαλυναν, το χρωμα στα μαγουλα της  την εφερε πισω στον κοσμο των ζωντανων. Ο νεος της χαρισε ενα λεπτο απο τη ζωη του ενω συναμα στη γυναικα αυτο φαινοταν μια ολοκληρη ζωη. 

Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα χαμογελο. 



Κατεβαιναν τις σκαλες του μετρο με γηγορο βημα. Τα χερια τους μπλεγμενα. Στο ιδιο μπόι και οι δυο, στα εικοσι τους. Δεν ειχαν κατι το ιδιαιτερο, δεν ηταν ομορφοι, δεν ξεχωριζαν για τα ρουχα τους. Οταν εφτασαν στην αποβαθρα, περιμενοντας το μετρο γυρισαν να κοιταξουν ο ενας τον αλλο κι αγκαλιαστηκαν. Το αγορι ειχε τυλιξει τα χερια του γυρω της, το κοριτσι ειχε χωσει το κεφαλι της στο λαιμο του. Κατι της ψιθυρισε και την ειδα να σηκωνει το κεφαλι της για να τον αντικρισει.
-Τι φοβασαι οταν εισαι στο σκοταδι; Μονη σου; Γιατι ανοιγεις τα ματια σου; 
-Για να δω εσενα. Σε θελω, θελω να σε νιωθω διπλα μου, να νιωθω την ανασα σου να δροσιζει τ αυτι μου. Θελω ν ακουω τη φωνη σου να ψιθυριζει στ αυτι μου, τα χερια σου να με αγγιζουν και να με σπρωχνουν ενα βημα πιο περα, να μη μ αφηνουν, να με κοιτας και να βυθιζεσαι στα ματια μου, να μου χαμογελας και ν ακουω το γελιο σου. 
Ξανασμιξαν σ ενα φιλι καθως απο τη γραμη 1 κατεφτανε με εκκωφαντικο θορυβο το τρενο που θα τους επαιρνε μαζι του. 
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα βλεμμα. 


Σκηνικο εξωπραγματικο. Θα μπορουσε να ηταν ενας βραχος σκοτεινος ή μια αθεατη πλευρα ενος αστεριου ή του φεγγαριου. Δυο φιγουρες αγκαλισμενες ψιθυριζαν  κοιτωντας ο καθενας τον αλλον στα ματια.
-Εχεις πλανητες αλλους γυρω σου;
-Εχω εσενα.
-Ποσα φεγγαρια εχει ο ουρανος σου; Κοιτας τ αστερια καθε βραδυ;
-Ο ουρανος μου εχει δυο φεγγαρια κι αμετρητα αστερια.
-Γιατι;
-Για να τα μοιραζομαι μαζι σου. Για να σου τα χαριζω και να μου φτιαχνεις ιστοριες μ αυτα. -Τι ιστοριες; 

-Για μαγους και ξωτικα. 
Χαμογελασαν ο ενας στον αλλο και χαθηκαν ο ενας στην αγκαλια του αλλου. Γεμιζει το φεγγαρι. 
-Θα σε παω στο μονοπατι που χαραζει τ ολογιομο φεγγαρι στη θαλασσα για να δω τα ματια σου να χανονται στο χαος.
Μερικες φορες το μονο που χρειαζεται ειναι ενα ονειρο.

...για οσους εχουν ματια και αντεχουν να βλεπουν ονειρα.

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

μια ξεχαρβαλωμενη πυξιδα

Τα βλεφαρα μου μοιαζουν διαφανα
αερινες κουρτινες θεατρου
κλειστου εδω και καιρο
ενα αερακι δροσιζει τη νυχτα
η σιωπη σε ξεκουφαινει
συρματοπλεγματα δενουν
τα χειλια μου και την ψυχη σου

Η κλεψυδρα και η πυξιδα
αγκαλιαζονται και απομακρυνονται
για να πλησιασουν παλι σε ενα τοπιο
διαφορετικο οσο και ολοϊδια απαραλλαχτο
Οι πορειες τους  δικες μας

η ιστορια του χρονου μου
η πορεια του χρονου σου

Και η αργη ρυθμικη κινηση του νερου
να χορδιζει οργανα ξενα για να παιξουν
σε εναν ρυθμο που ξεχυλιζει πικρα
μια ερχεσαι, μια φευγεις
ποτε δε μενεις για πολυ

Και η εναλλαγη αναμεσα στο πριν και το μετα
το παντα και το ποτε
να κολλαει πανω σου
σαν σιδερενια μπαλα
που δεν αποχωριζεσαι

Παει καιρος που δεν εγραψα,
που δεν ειδα ενα αγγιγμα
που δεν μυρισα εναν ηχο,
που δεν ακουσα τη μυρωδια σου
ολες οι αισθησεις ανακατευτηκαν
δεν ξεχωριζω πια τη γευση απο την οσφρηση
την αφη απο απο την οραση

Πλεω σε εναν ουρανο γεματο
 απο τα ονειρα του καθενος, αναζητωντας τα δικα μου
Λεξεις ασυνδετες και γεματες αποστροφη η μια για την αλλη
στεκονται μπροστα στα βραχια
ετοιμες να συγκρουστουν

Ολα κυλανε σε ενα ρευστο σκοταδι
που κοιμαται μακαριο
χωρις να ακουει τις εικονες
χωρις να βλεπει τις λεξεις

ψαχνω μεσα μου τα συννεφα
και κλειδωνω τις αστραπες και τους κεραυνους
που κουβαλανε οι γλαροι
Δεν μ απομεινε τιποτα πια
κρατας επτασφραγιστα τα βλεμματα

Εφιαλτικα ανθρωπομορφα ψαρια πετανε
γυρω σου και με πλησιαζουν
προσπαθωντας να με βυθισουν
σ ενα βυθο κρυο και σκοτεινο
Η αναμνηση ενος μελλοντος
που δεν θα ρθει ποτε
Η θυμηση ενος παρελθοντος
που ειναι ακομα εδω

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

sudden pause...never stops

Βουτας τα ποδια σου στο νερο καθως βλεπουμε το ηλιοβασιλεμα,
Μαζευεις ηχους και χρωματα για να τα χαρισεις οπου αγαπας 

 
Γλυκιες μελωδιες σου κλεινουν το ματι μαζι με ηχους
που προμηνυουν συννεφα μαυρα και βροχη καταρρακτωδη.
Το τερας που κρυβεται μεσα σου αργα και σταθερα οδευει προς την εξοδο

 
Μα ξαφνικα απο μακρια ερχεται ενας γνωριμος ρυθμος 3/4
και σε αποπροσανατολιζει, σε κανει να ξεχνας
κοιταζεις λιγο αμηχανα δεξια, μετα αριστερα και χαμογελας στο  χαος
Οποια σκεψη γεννιεται εκεινη τη στιγμη ακολουθει το ρυθμο τηςμουσικης
βλεπεις ολη σου τη ζωη να περναει μπροστα σου
σκορπιες εικονες και σκηνες, αλλες ασπρομαυρες κι αλλες τεχνικολορ
σε χαρτι ιστμαν κοντακ  ανηφοριζοντας για το γνωστο χαος της ληθης
Πετωντας δημιουργουν σχηματα που σε καρφωνουν με τις γωνιες τους
αν και πεταν σε κυκλικη τροχια γυρω σου
Κλεινεις τα ματια και αφηνεσαι στο ενα και μοναδικο  ταξιδι
που εχεις μαθει να κανεις... 

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

με λενε...

Πηνελοπη, Μηδεια, Κλυταιμνηστρα, Αυγαυη, Αντιγονη, Ελενη, Οφηλια, Λαιδη Μακμπεθ, Λωρα, Μπλανς, Μπεσι, Αρκαντινα...

απιστευτα ιδιοσυγκρασιακες, με τεραστια συναισθηματικη κλιμακωση, εμφαση στη μεταμφιεση και την εκθεση, ελλειπτικες οσο και αινιγματικες, με την ταση να στρεφονται προς τον εαυτο τους ξεσπωντας εσωτερικα, σφαγεια στο βωμο της ενδοσκοπησης, της αναζητησης της ψυχης τους, γεματες γνησια ανθρωπινα συναισθηματα

θυματα των περιστασεων; εκαναν τις επιλογες τους. σωστες ή λανθασμενες.




  

"Το φως τυλιγει τα κτιρια σαν βιαστικος επιχρυσωμενος κισσος 
Πυροτεχνηματα στο ματι της ομιχλης, οριοθετωντας την ευμεταβλητη εποχη
Το μυαλο μου εξακολουθει να διαχωριζεται απο την αλκοολη 
Η Πηνελοπη στη γεφυρα της πληξης
Η αποφαση Φως αναβαίνει τα κτίρια, όπως το γρήγορο και επιχρυσωμένο κισσός,
 Πυροτεχνήματα στην ομίχλη μάτια, την περίφραξη του άστατος σεζόν,
 Το μυαλό μου εξακολουθεί να ξεχωρίζει σε αλκοόλη.
 Η Πηνελοπη  στη γέφυρα της πλήξης, η απόφαση διαρρηγνυει τη μαραμενη παραταση
ειμαι ελαφρυτερη, ελαφρυτερη και λιγο μοναχικη νυμφευμενη με τα σοφα λογια μου"

                                                                                                    Jayne Amara Ross
 

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

ο κυβος του Σοκολοσκι

Περπατας, μικρα κοφτα βιαστικα βηματα.
Προς τη μια μερια.
Φτανεις στην ακρη.
Γυριζεις.
Μετα απο την αντιθετη πλευρα.
Φτανεις στην ακρη.
Γυριζεις.
Πρωτα κοιτας, οταν φτανεις στην ακρη.
Σαν να μην το περιμενες.
Μια αιωνιοτητα παυση.
Μετα ξανακατεβαζεις το κεφαλι και συνεχιζεις, σαν το Σισυφο.
Δε σταματας ποτε.
Μουρμουριζεις ταυτοχρονα.
Ρωτας και απαντας.
Δεν υπαρχει κανεις διπλα σου να σε ακουει.
Το καταλαβαινεις αργα.
Χρησιμοποιεις β' ενικο στις ερωτησεις.
Απαντας με α'.
Δε δειχνεις να το προσεχεις οτι δεν υπαρχει ψυχη διπλα σου.
Ποιον ενδιαφερει;

-Ολα οσα κανουμε ποιον ενδιαφερουν;
-Ουτε καν εμας τους ιδιους.
-Ποιος καθοριζει το τι κανουμε;
-Η διαισθηση μας.
-Εμπιστευεσαι κατι ασαφες;
-Να βασιστω σε γεγονοτα;
-Να αναζητησεις αλλη οπτικη.
-Ποιο ειναι το φαινομενο;
-Η ριζα. Ο κορμος.  Τα κλαδια.

-Ποια   εργαλεια θα σου προσφερουν τη λυση; 
-Δεν ξερω αν θελω να τη δω τη λυση.
-Απομακρινσου απο το γεγονος και δες το ξεκαθαρα.
-Απο ολες τις πλευρες.
-Σαν τον κυβο του Σοκολοσκι.
-Ολα τα δεδομενα σαν να μη σε αγγιζουν.
-Ολα οσα εγιναν σαν να μη συνεβησαν σε σενα.
-Βγες απο το γεγονος.
-Απεκδυσου το ρολο.
-Κανε δυο βηματα πισω και κοιταξε το.
-Τι βλεπεις;
-Μονο ομιχλη. Τοσο πυκνη που δ μ αφηνει να δω παρα μεσα απο εναν καταρρακτη.
-Φυγε. 
-Πορτες.
-Κλειστες παντου.
 Σαν να ηταν αλλος που ειδε μεσα σε λιγη ωρα τα παντα ν αλλαζουν μετα απο καιρο. Νεα ταξη πραγματων.
-Ολα τα ιδια, αλλα ολα αλλιως.
-Φυγε.
-Μπες μεσα στην ομιχλη.
-Χαθηκα...

Περπατας, μικρα κοφτα βιαστικα βηματα.
Προς τη μια μερια.
Φτανεις στην ακρη.
Γυριζεις.
Μετα απο την αντιθετη πλευρα.
Φτανεις στην ακρη.
Γυριζεις.
Πρωτα κοιτας, οταν φτανεις στην ακρη.
Σαν να μην το περιμενες.
Μια αιωνιοτητα παυση.
Francis Picabia

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

μαζευοντας ιστοριες


Εκει που οι μερες δεν τελειωνουν ποτε,
εκει που τα ρυακια κυλανε αναποδα,
εκει που οι λιμνες εχουν παντα το χρωμα των ματιων.

Περα απο τον ουρανο και τα δεντρα που τον αγγιζουν
αλλα ποτε δεν τον φτανουν.
Περα απο τις φωτιες που βγαινουν απο τα μυαλα
που δεν μπορουν να σκεφτουν τιποτα αλλο παρα τον εαυτο τους.

Περα απο τα ονειρα.
Ολα μου τα χρωματα εγιναν  συννεφα
και ταξιδευουν γρηγορα.
ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, ΜΠΟΡΩ

στο μικροναυτη μου
που στεκεται διπλα μου


περα απο τ αστερια,
περα απο τις νυχτες,
περα απο τις βροχες,
περα απο τα φεγγαρια.
περα απο τις μερες,
περα απο τα ρυακια,
περα απο τους ουρανους,
περα απο τους  νερολακους.
περα απο τις φωτιες,
περα απο τις λιμνες,
περα απο τα δεντρα,
περα απο το νου.
ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, ΜΠΟΡΩ

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

δεν εχω λογια...

Περιπλοκη η ψυχη. Τα αισθηματα αποσταθεροποιημενα, ακαταστατα. Εντονες εσωτερικες συγκρουσεις και ανακαταταξεις οδηγουν σε νεα μονοπατια, καποια περπατημεμνα, καποια απατητα, με κατευθυνουν περα απο τα ορια μου χωρις να ξερω τι θα συναντησω εκει. Αυτο που εμαθα ειναι οτι δεν φοβαμαι να το αντιμετωπισω, ο,τι κι αν ειναι αυτο που θα συναντησω εκει.
Δεν ξερω γιατι στα γραφω, εν ειδη ημερολογιου ισως, ξερω πια οτι απαντηση δεν θα παρω. Οταν εισαι μονος σου μαθαινεις να παλευεις μονος σου, δεν περιμενεις απο κανεναν να σου σταθει, περα απο δυο λογια κι ενα φιλικο χτυπημα στην πλατη και μια σχετικη αδιαφορια. Δεν παραπονιεμαι, ουτε με πειραζει πιια, ετσι κι αλλιως ολοι μονοι μας ειμαστε στην πραγματικοτητα. Δεν χρειαζομαι τιποτα απο κανεναν. Κακως αφεθηκα να πιστευω διαφορετικα. Καμια φορα γυριζει αυθορμητα ο νους σε στιγμες του παρελθοντος και ενα μελαγχολικο χαμογελο κανει την εμφανιση του. Αμεσως ομως το σβηνω, γιατι το παρελθον δεν υπαρχει, εχει τελειωσει και νεες στασεις υπαρχουν στο συνεχως διαμορφουμενο παρον.

Leonora Carrington

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

ετσι ερωτευομαστε παλι...

Συναντιομαστε στις λεπτομερεις. Ερωτευομαστε στα μικροπραγματα. Βρισκομαστε στα ασημαντα.

Μια ρωγμη στο χωροχρονο δημιουργησε τη χρυσαλλιδα μεσα στην οποια χαμογελαμε, δακρυζουμε, ονειρευομαστε.

Τα υλικα του χαρτη μας, τιποτα αλλο παρα αστεροσκονη και ονειρα. Μεχρι να σμιξουμε, μια σειρα απο ασυνδετα φαινομενικα αντικειμενα του χωρου και του χρονου, μια πυξιδα κι ενας χαρτης, μια κλεψυδρα κι ενα ημερολογιο, γινονται το αλλο μας εγω. Μας συντροφευουν και μας πλαθουν μεσα απο φωτεινες και σκοτεινες περιοχες του δικου μας ξεχωριστου συμπαντος.


Αλλοτε η αφηγηση κυλαει μεσα σε μια λαμψη, μας εκσφενδονιζει σε αγνωστα υψη. Αλλοτε σκοτεινη, κρυβεται πισω απο ενα Τ ή μεσα σε ενα Ο για να σωπασει μοναχη ή να νοσταλγησει εναν αλλο κοσμο μεσα σε ενα Φ. Ονειρευεται στο ακαθοριστο αναμεσα στο Ποτέ και το Παντα, ακροπατωντας πανω στη διαχωριστικη οριακη γραμμη, φροντιζοντας να μην την ξεπερναει. Συνανταει τις μικρες ασημαντες λεπτομερειες που κανεις δεν δειχνει να θυμαται. Μια μικρη μαλλινη κιτρινη κλωστη που εχασες σε ενα ξενοδοχειο. Ενα μαρκαδορακι με λεπτη μυτη που γραφει μαυρα. Ενα κομματι χαρτι με τα γραμματα τακτικα και ομοιομορφα  να χαμογελανε πονηρα. Ερωτευεται μια διαφανη χρυσαλλιδα που κρυβει μεσα της δυο φεγγαρια. Ενα ξωτικο σαν εξωτικη πεταλουδα που δεν αγγιζεις γιατι μολις το κανεις "θα χαθει η λαμψη της". Ενα μαγο που παιζει με τις νοτες και του αρεσει να κρυβεται πισω απο τα νοηματα των λεξεων και σμιγει στον κοσμο της χρυσαλλιδας με το ξωτικο του.

The gathering, Remedios Varo


Βρισκομαστε στο συμπαν των ασημαντων πραγματων που αποκτουν αλλη σημασια στα ματια οσων μπορουν να κοιταξουν τον ουρανο και να δουν τα δυο φεγγαρια ν αγκαλιαζονται στον κατα τα αλλα συμβατικα σκοτεινο νυχτερινο ουρανο.

ps
Ενιωσες ποτε οτι βρισκεσαι καπου αναποφευκτα; Οτι για καποιο λογο ανεξαρτητο απο τη θεληση σου ή τις προσταγες της λογικης σου, μοιραια τα βηματα σου ή η σκεψη σου σε οδηγουν στο συγκεκριμενο χωρο-χρονο που βρισκεσαι τη συγκεκριμενη χρονικη στιγμη;

Αισθανθηκες ποτε οτι εισαι εγκλωβισμενος σε δυο κοσμους; Σε παραλληλες πραγματικοτητες; Σε ενα παρον που συνθλιβεται  απο αναμνησεις και ονειρα; Αναμνησεις τραυματικες και ονειρα ανεκπληρωτα ή ματαιωμενα.

Καλως ηρθατε στον κοσμο του 1Q84

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

την πρώτη φορά

 Την πρωτη φορα που σ αντικρισα, ερωτευτηκα τα ματια σου.
 Απο κεινη τη στιγμη σ ερωτευτηκα κ θα σ αγαπω ως το τελος.
 Ελα κοντα μου, φως μου, σωτηρα της ζωης μου, ανοιξε μου την ψυχη σου
 και πες μου της ζωης σου τα μυστικα. (*)

 Μοιρασου μαζι μου την απλοτητα μιας κινησης που δινει ζωη σ ολο το ειναι. 




Λογος και κινηση σφιχτοδεμενα, δοσμενα με απλοτητα, χωρις στολιδια, οπως ειναι τα συναισθηματα. Τα ποδια σου σχεδον ακινητα και ολα οσα αισθανεσαι και θελεις να πεις να τα λενε τα χερια σου και το προσωπο σου. Ολα σου τα συναισθηματα να περνανε μονο απο το πανω μερος του σωματος γιατι ειναι τα χερια που αγκαλιαζουν, που χαϊδευουν, που αγγιζουν απαλα. 

Ειναι το προσωπο που καθρεφτιζει τι νιωθεις, πώς αισθανεσαι, που προδιδει ο,τι προσπαθεις να κρυψεις και τα ματια σου, που διαβαζοντας τα, χανομαι μεσα σ αυτα, ξεχνιεμαι, βυθιζομαι και ταξιδευω στις σκεψεις σου κι αλλοτε με κοιταζουν περιπαικτικα κι αλλοτε με μια θλιψη βουλιαγμενη στο πρασινο φως τους. 

Γωνιες που σε αγκαλιαζουν μα και σ αναγκαζουν ν αλλαζεις κατευθυνση, σε οδηγουν απο τη σιγουρια, στην αγωνια, στην αμφιβολια, στην αναζητηση, στην ηρεμια, στο στιγμιαιο σταματημα ιδιο λαμψη επιβεβαιωσης, για να ξαναρχισουν απο την αρχη τον αεναο κυκλο τους, με ενα φορτισμενο οσο και συγκρατημενο παθος , με μια βουβη κραυγη, ξεγυμνωνοντας την ανθρωπινη ψυχη απο οσα θαβει βιαστικα ή κρυβει με κοπο γιατι φοβαται μην την περιγελασουν, γιατι ντρεπεται που τα σκεφτεται. 

Κινηση με συναισθηματικη αμεσοτητα. Ειναι η ψυχη σου που χορευει, αγαπημενε, ειναι η ψυχη μου που κινειται τοσο απαλα σα να εχει παραδοθει στο αναποφευκτο. Ροη, η μια συναισθηματικη κατασταση, η μια σκεψη οδηγει αβιαστα στην επομενη, σαν το νερο που κυλαει και ξεπλενει ο,τι σε καθηλωνει και δε σε αφηνει να αισθανθεις αναλαφρος. 

Εικονες που ξεδιπλωνουν ολα οσα δεν τολμαει το στομα να προφερει, μα τα χαριζει απλοχερα η ενωση των χεριων και το αγκαλιασμα τους η συμβολικοτητα της κινησης και η σημειολογια των χεριων που ανοιγουν για να καλοδεχτουν, να παρηγορησουν, να σφιξουν, να δωσουν δυναμη, καταφυγιο, ασφαλεια, τρυφεροτητα. 

Για να ακολουθησει, την εικονα του βυθισματος και της αποδοχης των συναισθηματων, η ελαφροτητα της μετακινησης σε ενα αλλο χρονικο σημειο, που ολα μοιαζουν να αιωρουνται και να γλυστρανε σε εναν κοσμο περα απο τον συνηθισμενο. Σ ενα γκριζο χωρο που περιβαλλει τις ψυχες μας, η απουσια χρωματος εκδιωκεται απο το μονο χρωμα που υπαρχει, ενα γλυκο ροζ, αφηνοντας το παθος να διαφαινεται απο τις εκφρασεις του προσωπου και τον ηχο του υφασματος που ακολουθει τις κινησεις αλλοτε παιζοντας κι αλλοτε δημιουργωντας κυματα συναισθηματων. 

Ο χρονος κυλαει, το χερι ποτε εκκρεμες, ποτε καθρεφτης οδηγει τις σκεψεις μου σε σενα και αυτες γυριζουν πισω και νιωθω μια να βυθιζομαι και μια ν ανεβαινω σε ενα υψος που ακομα κι εμενα τρομαζει, δεν θελω να το σκεφτω, δεν θελω να το αντικρισω σε ολο του το μεγαλειο, αφηνομαι μονο να το νιωθω.


 Παραδοσιακο σεφαραδιτκο τραγουδι σε αποδοση απο τους The New World Renaissance Band (με τη φωνη του: Owain Phyfe).Απο το σαουντρακ  της δουλειας της Pina Bausch "Der Fensterputzer".
Απο την ταινια Pina, του  Wim Wenders.
(*)
La prima vez ke te vidi
De tuz ojos me 'namori
D'akel momento te ami
Fin a la tomba te amare.
Aserkate mi kerida
Salvadora de mi vida
Descubrite i avlame
Sekretos de la tu vida.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

η ιστορια του χρονου μου η πορεια του χρονου σου

Τα βλεφαρα μου μοιαζουν διαφανα
αερινες κουρτινες θεατρου
κλειστου εδω και καιρο
ενα αερακι δροσιζει τη νυχτα
η σιωπη σε ξεκουφαινει
συρματοπλεγματα δενουν
τα χειλια μου και την ψυχη σου

Η κλεψυδρα και η πυξιδα
αγκαλιαζονται και απομακρυνονται
για να πλησιασουν παλι σε ενα τοπιο
διαφορετικο οσο και ολοϊδια απαραλλαχτο
Οι πορειες τους  δικες μας

η ιστορια του χρονου μου
η πορεια του χρονου σου

Και η αργη ρυθμικη κινηση του νερου
να χορδιζει οργανα ξενα για να παιξουν
σε εναν ρυθμο που ξεχυλιζει πικρα
μια ερχεσαι, μια φευγεις
ποτε δε μενεις για πολυ

Και η εναλλαγη αναμεσα στο πριν και το μετα
το παντα και το ποτε
να κολλαει πανω σου
σαν σιδερενια μπαλα
που δεν αποχωριζεσαι

Παει καιρος που δεν εγραψα,
που δεν ειδα ενα αγγιγμα
που δεν μυρισα εναν ηχο,
 που δεν ακουσα τη μυρωδια σου
ολες οι αισθησεις ανακατευτηκαν
δεν ξεχωριζω πια τη γευση απο την οσφρηση

Πλεω σε εναν ουρανο γεματο
 απο τα ονειρα του καθενος, αναζητωντας τα δικα μου
Λεξεις ασυνδετες και γεματες αποστροφη η μια για την αλλη
στεκονται μπροστα στα βραχια
ετοιμες να συγκρουστουν

Ολα κυλανε σε ενα ρευστο σκοταδι
που κοιμαται μακαριο
χωρις να ακουει τις εικονες
χωρις να βλεπει τις λεξεις

ψαχνω μεσα μου τα συννεφα
και κλειδωνω τις αστραπες και τους κεραυνους
που κουβαλανε οι γλαροι
Δεν μ απομεινε τιποτα πια
κρατας επτασφραγιστα τα βλεμματα

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Εγκιβωτισμενες ιστοριες

Παρατηρουσα ωρα πολλη το σπιτι μεσα στο πρασινο. Ενα τετοιο ειχα βρει στη Ζαγορα σε κακο χαλι ομως. Παρατημενο κι ερειπιο. Τα φαντασματα του ακομα εκει να τριγυρνανε απο δωματιο σε δωματιο, απο οροφο σε μπαλκονι και μετα στην αποθηκη. Ποιος ξερει τι ψαχνουν, ποιον γυρευουν, τι απαντησεις δινουν οταν ρωτανε οι απροσκλητοι επισκεπτες. Δεν ξερω καν αν ειναι ακομα ορθιο, γιατι ζωντανο ειναι. Μεσα απο τους μισοχαλασμενους τοιχους ακους τις ανασες και τα μουρμουρητα. Τους ψιθυρους και τις κραυγες ολων οσοι ειναι εγκλωβισμενοι μεσα στα πετρινα απομειναρια. Γιατι οι σκιες οσων μενουν σε καθε σπιτι παραμενουν εκει στο δικο τους κοσμο πολυ μετα αφου εχουν φυγει οι πραγματικοι ιδιοκτητες. Γινονται αυτες οι κατοχοι του σπιτιου. Μια ακολουθια διαφανων, λευκων ή μαυρων σκιων που συνωστιζονται  αναλογα με τις γενιες που εμειναν σε καθε σπιτι.
Ασυναισθητα στη φωτογραφια εκανα δεξια να δω τον ηλιο που εκανε τα συννεφα ροζαλια. Εσκυβα στο γκρεμο να δω το χρωμα της θαλασσας. Πολλες αποχρωσεις μεχρι το βαθυ μπλε. Το παιχνιδι του βυθου και του ηλιου με τη θαλασσα.  Εβλεπα το σπιτι. Μοναχικο και αδειο. Δεν βλεπεις δρομο να οδηγει σ αυτο και ομως υπαρχει ενα μονοπατακι που σε παει κατ ευθειαν στην καρδια του. Το πρωτο πραγμα που κανεις ειναι να βγεις στο μπαλκονι. Οδηγει τα βηματα σου ενας ακαθοριστος ψιθυρος που ακους. Το θεαμα σου κοβει την ανασα και μαγεμενος καθεσαι στο μπαλκονι, προσεχε δεν εχει καγκελα πια, κι ακους τον ψιθυρο οσο το βλεμμα σου χανεται στο γαλαζιο. 
Εδω ηταν που την πρωτοειδε.  Σε ενα μπαλκονι. Καθισμενη στο χειλος του, με τα ποδια να κινουνται με την ρυθμικη κινηση του εκκρεμους. Την ακουγε να του λεει ιστοριες και ειχε τα ματια του κλειστα. Του αρεσε που ηταν διπλα του. Ακουγε το παραμικρο σταματημα της ανασας της καθως εψαχνε να βρει την επομενη λεξη, ακουγε τη σκεψη της, ηταν παρων καθως η καθε ιστορια γεννιοταν  και ενιωθε και την παραμικρη λεπτομερεια καθως η μια λεξη ακολουθουσε την αλλη σαν να ηξεραν ακριβως ποια ειναι η θεση τους.

 Τον εβλεπε να χαμογελαει και συνεχιζε: 
-Οπτασιες και φαντασματα κυκλοφορουν διαφανα αορατα, οταν πεφτει το σκοταδι, οταν το νησι μοιαζει να ησυχαζει και το μονο που ακουγεται ειναι το μουγκκρητο απο τις αλυσιδες των μεγαλων καραβιων. Τοτε ειναι η ωρα τους. Bγαινουν αθεατα, για να μην τραβουν τα βλεμματα των των περιεργων εισβολεων, που θεωρουν οτι ο τοπος ειναι δικος τους. 
Η καθε οπτασια εχει τη δικη της ιστορια. Kαποιες συμπλεκονται, καποιες ειναι παραλληλες. Ειναι η μοιρα της ζωης των αλλων, της δικης μας. Να συμβιωνουμε σε παραλληλες ή τεθλασμενες. Μερικες ζουνε σε ενα παραλληλο συμπαν. Αυτες οι οπτασιες ειναι και οι πιο ξεχωριστες. Ενω ειναι διπλα μας, τις αγγιζουμε, τις βλεπουμε, ειναι και σε εναν αλλο κοσμο, εκει δεν εχουν θεση οι υπολοιποι, τουλαχιστον οχι ολοι, αυτες επιλεγουν ποιοι θα τις ακολουθουν στον ονειρικο τους κοσμο. Τις φιγουρες αυτες δεν μπορουν πραγματικα να τις δουν οι αλλοι, νομιζουν οτι τις βλεπουν, αλλα στην πραγματικοτητα βλεπουν ενα ειδωλο, γιατι δεν ειναι παρα η αντανακλαση τους αυτο που βλεπουν. Η αντανακλαση του κοσμου των σκιων.

Ιστοριες που δεν βλεπει ο ηλιος
ιστορια 1η
μια ιστορία αγάπης, ή μια αλληγορία της απώλειας
Ενα βραδυ, μ ολογιομο φεγγαρι, μια φιγουρα με ξεπλεκα μακρια μαλλια, ιδια φιδια, που τα παιρνε ο αερας και εμπαιναν στα ματια της κρυβοντας τα απο τους περαστικους, σχεδον πετουσε πανω απο τα αγριοχορτα και τις κοτρωνες. Οποιος ηξερε την απεφευγε, αλλοι ριχνοντας εξετασκτικες ματιες, αλλοι αδιαφορα. Kατι τους σταματουσε απο το να της μιλησουν σαν να υπηρχε ενας αορατος τοιχος. Οσοι γνωριζαν, μεριαζαν αποφευγοντας  ακομη και το βλεμμα της.
Πριν απο χρονια, κανεις δεν θυμοταν ποσα, ηταν μια ομορφη ξανθομαλλουσα ομορφη και χαμογελαστη με γαλανα ματια. Κορη πλουσιας οικογενειας, ο τοπος τους ανηκε. Μεγαλωσε με οσα θα ηθελε ενα παιδι να μεγαλωσει. Ειχε πλουτη ομορφια και εμοιαζε με νεράιδα. Της αρεσε να ζωγραφιζει. Οι παλιοτεροι τη θυμουνται να πηγαινει βολτα με ενα βαλιτσακι στις εξοχες. Ανοιγε το βαλιτσακι κι εβγαζε απο μεσα πινελα και χρωματα. Δεν μιλουσε σε κανεναν, αλλα οσοι ειχαν τυχαια δει αυτο που ζωγραφιζε λενε οτι ηταν γαλαζιες οι ζωγραφιες. Θαλασσες, καραβια, δεντρα, βουνα ολα ειχαν ενα γαλακτωδες γαλαζιο χρωμα που εμοιαζε ονειρικο.
Σε μια απο τις βολτες της στον ταρσανα την ειδε. Ηταν νεος στη δουλεια, μολις ειχε ερθει απο την αλλη πλευρα της χωρας. Μεγαλωμενος στο βουνο, δεν ηξερε τι θα πει θαλασσα. Τον εστειλαν να βρει δουλεια, αλλα το χρωμα και η κινηση της τον μαγεψαν. Τ ονειρο του πια να μπαρκαρει. Βρηκε δουλεια στον ταρσανα. Εξυνε και εβαφε τα υφαλα των πλοιων μα την ιδια ωρα ονειρευοταν να ταξιδευει σε ανοιχτες θαλασσες και τον πελαγισιο αερα να οργωνει το προσωπο του. Του φανηκε περιεργο που την ειδε να καθεται στα μπλοκια και  να ζωγραφιζει. Ρωτησε, εμαθε γι αυτην, ολα μισολογα και φρασεις που δεν εβγαζαν νοημα. Οι γεροι τον προειδοποιησαν να μην την πλησιασει. "Αλαφροϊσκιωτη ειναι. Στον κοσμο της. Κριμα την οικογενεια". "Κι εχει ενα βλεμμα". Το τελευταιο το διαπιστωσε μολις την αντικρυσε.  Οταν βρεθηκαν προσωπο με προσωπο, τον χτυπησε κεραυνος. Τα ματια της ειχαν το χρωμα της ανατριασμενης θαλασσας. Σε διαπερνουσε η ματια της, δεν σε εβλεπε παροτι σε κοιταζε. Λες και ηταν αορατος, σταθηκε για μια στιγμη μπροστα του, το βλεμμα της εφτασε βαθια μεσα του, αλλα δεν τον ειδε. Εκανε στο πλάι για να περασει γιατι φοβηθηκε οτι θα περασει ολοκληρη απο μεσα του. Λες και ηταν αορατος. Της αφησε ενα λουλουδι στο μπλοκι.
Οταν ξαναπηγε την αλλη μερα δεν το ειδε. Ενα χαμογελο ελαμψε στο μυαλο του. Ολο το καλοκαιρι της αφηνε ενα λουλουδι οπου την εβλεπε να καθεται. Την πλησιαζε πια αρκετα. Δεν της μιλουσε. Μονο στεκοταν και την εβλεπε να ζωγραφιζει, καθε μερα ολο και πιο κοντα. Δεν τον απετρεπε, αλλα ουτε και του εδινε σημασια. Μια μερα προσεξε μια κοκκινη κουκιδα σε .οτι ζωγραφιζε.Λες και ηταν μια σταλα αιματος που αγγιζε ποτε τη θαλασσα, ποτε ενα καραβι που εστεκε ακινητο μεσοπελαγα, ποτε το μικρο κομματι στεριας που εκανε την εμφανιση του σε καποια γωνια του καμβα της. Παρασυρμενος απο την αλλαγη καθισε διπλα της και αφηνε το βλεμμα του να ταξιδευει πανω της οσο ζωγραφιζε. Εβλεπε τα ματια της να στηλωνονται ή να κινουνται και μετα το χερι της να οδηγει το καρβουνο ή το μολυβι σε δρομους που τον εντυπωσιαζαν. Δεν μιλουσε ποτε, αλλα δεν τον πειραζε, δεν την αφηνε απο τα ματια του. Μετα απο καιρο χωρις να καταλαβει πώς, την ωρα που ρουφουσε με το βλεμμα του τα χαρακτηριστικα της ενιωσε να τον κοιταει. Ηταν σαν να περασε ηλεκτρικο ρευμα απο τις φλεβες του με αποληξη την κεντρικη αρτηρια που εστελνε το αιμα του στον εγκεφαλο. Απεμεινε να την κοιταζει. Tα ματια της στο χρωμα της ανταριασμενης θαλασσας. Ενα βαθυ μπλε, σχεδον γκριζο, καλυψε την ψυχη του. Του ειχε  γινει απαραιτητη. Αυτο, να τη βλεπει, να ακουει την ανασα της, να μυριζει τη μυρωδια της, να βλεπει τα χερια της να κινουνται.  Απαλα αρχισε να της μιλαει. Ουτε ηξερε τι ελεγε. Τοσο σιγα οσο η πνοη του ανεμου, μην την τρομαξει και του φυγει. Της ειπε για την αυλη του, για τα πουλια που εβλεπε να ερχονται την ανοιξη, να κανουν φωλιες, να γεννανε μικρα, να πετανε και να φευγουν με τα πρωτα κρυα. Δεν εδειχνε να αντιδρα. Μονο καμια φορα γυριζε και τον κοιταζε. Μαλακωμενο το βλεμμα της. Σπανια στεκοταν πανω του. Τοτε κρατουσε την ανασα του και μολις γυριζε κατα τη θαλασσα παλι ξαναρχιζε. Oταν ενιωσε ασφαλεια της ειπε τ ονειρο του. Ενα μπαρκο. Ενα ταξιδι. Μ ενα καραβι. Το γυρο του κοσμου. Φωτα, λιμανια, ανθρωποι, φωνες.
Tα πρωινα δουλευε με τα σκαφη. Τα αγγιζε και τα μυριζε και τα ονειρα χορευαν στο μυαλο του ανυπομονωντας να τα μοιραστει  μαζι της. Δεν τον πειραζε που δεν επαιρνε απαντηση. Ειχε πλασει στο μυαλο του τον ηχο της φωνης της. Απαλη σαν την πρωινη δροσια. Τα απογευματα εκεινο το καλοκαιρι ηταν δικα της. Χαρισμενα σε αυτο που ενιωθε. Ενιωθε ευτυχισμενος. Χαμογελωντας και βαζοντας στη σειρα αυτα που ειχε να της πει. Παραξενευτηκε οταν δεν την ειδε σε κανενα απο τα γνωριμα μερη. Εψαχνε μεχρι που νυχτωσε. Με την καρδια σφιγμενη την αλλη μερα ρωτησε για αυτην, του δειξαν το σπιτι στην ακρη του βραχου. Βιαστηκε να παει. Επρεπε να τη δει, να της μιλησει.
Το σπιτι φαινοταν κλειστο. Τα παραθυρα σφαλιστα. Καμια κινηση. Χτυπησε. Η ξυλινη πορτα εδειχνε ετοιμη να διαλυθει. Το ξυλο ειχε φουσκωσει, οι μεντεσεδες εδειχναν να συγκρατιουνται  απο τις προκες, εχοντας χασει προ πολλου την παλια τους αιγλη. Πισω απο ενα παραθυρο διεκρινε μια αμυδρη κινηση και πριν προλαβει να το σεκφτει η πορτα ανοιξε και βρεθηκε να κοιταζει μια κυρια περασμενης ηλικιας που με το βλεμμα της τον προειδοποιουσε οτι δεν ειναι καλοδεχουμενος. Ξεροκαταπιε και τη ρωτησε για την... Σταματησε αποτομα. Ουτε τ ονομα της δεν ηξερε. Η κυρια εδειξε να εκνευριζεται. Βιαστηκε να την περιγραψει. Για μια στιγμη δειλιασε νομιζοντας οτι διεκρινε κατι στο βλεμμα που του αντιγυρισε. Μια φωνη εκανε και τους δυο να σταματησουν. Ο καθενας για τους δικους του λογους. " Αστον να περασει". Εκανε στην ακρη και τον οδηγησε σε ενα σαλονι προς τη φωνη.
Οι τοιχοι βαμμενοι σωμον. Οι βαριες κουρτινες κλειστες εκαναν το ημιφως να φαινεται εντονοτερο. Μια μυρωδια γνωριμη εισεβαλε στα ρουθουνια του. Καδρα κρεμασμενα στους τοιχους. Μια γωνια σκεπασμενη μεχρι πανω με μια σκουροχρωμη βιβλιοθηκη. Μπροστα της ενα γραφειο. Βιβλια, μια κορνιζα, ενα πορτατιφ, χαρτια, μελανοδοχειο και μια πενα, ολα τακτοποιημενα λες και πριν λιγο σηκωθηκε ο ιδιοκτητης του γραφειου και τα αφησε ολα να τον περιμενουν να επιστρεψει. Μια πολυθρονα μπροστα απο το γραφειο. Αδεια. Γυρισε το κεφαλι του αναζητωντας την πηγη της φωνης που ακουσε πριν απο λιγο. Γυναικεια ηταν. Στην αλλη μερια του τοιχοι ενα τζακι απο σκουρο μαρμαρο. Δεν φαινοταν καμιναδα. Στο γεισο του ειχε φωτογρααφιες με προσωπα που δεν χαμογελουσαν. Απλα κοιτουσαν το φακο. Ενα του φανηκε γνωριμο. Ακουσε ενα τριξιμο και κοιταξε προς την κουνιστη πολυθρονα που ξανατριξε καθως ακολουθουσε την προδιαγεγραμμενη της κινηση σχεδον απο μονη της. Πλησιασε και σταθηκε στα δεξια της. Τον παραξενεψε οτι πολυθρονα αντικρυζε τη δευτερη μπαλκονοπορτα με τις κλειστες κουρτινες αλλα δεν ειπε τιποτα. Ενιωθε περιεργα και η νευρικοτητα τον εκανε να χανει τη μιλια του. Καθισε, την ειδε περισσοτερο παρα την ακουσε να του μιλαει. Της ειπε ποιαν ψαχνει. Σιωπη. Τον κοιταξε αργα καρωνοντας τα ματια της πανω του. Ανατριχιασε. Τα χρονια ηταν σκληρα πανω της. Ο χρονος ειχε αφησει εντονα τα σημαδια του στο προσωπο της.
-Δεν υπαρχει αυτη που ζητας, σαν κεραυνος εσκασε η φραση στο μυαλο του.
-Μα τη βλεπω καθε μερα, της μιλαω, τη βλεπω να ζωγραφιζει. Μου ειπαν οτι εδω ειναι το σπιτι της.
-Περασαν 20 χρονια απο τοτε που βγηκε καποιος απο εδω μεσα στον εξω κοσμο.
-Μα χθες την ειδα. Ζωγραφισε μια θαλασσα, μ ενα κοκκινο σημαδι στη μεση.
-Δεν ξερω τι ειδες. Εδω μενω μονο εγω και η Mορφω. Ολοι οι αλλοι εφυγαν.
Ειχε μια αρχοντια πανω της. Οι λεξεις εφευγαν καθαρες αποτο στομα της. αρωμα παλιας αιγλης την τυλιγε. Αλλα ειχε μια σκληραδα στον τροπο που τονιζε τις λεξεις. Μια μυρωδια κλεισουρας που τον τυλιξε απο τη στιγμη που μπηκε στο σπιτι εγινε ακομα εντονοτερη.  Ενα συναισθημα που τον επνιγε εκανε την εμφανιση του και του εσφιξε το λαιμο.
-Ρωτησα και μου ειπαν οτι ...
-Οι ανθρωποι μιαλνε χωρις να ξερουν ή να καταλαβαινουν τι συμβαινει.
- Μα σας λεω την βλεπω καθε μερα, εδω και καιρο, τη βλεπω, διπλα μου ζωγραφιζε, αν απλωνα λιγο τα δαχτυλα μου θα αγγιζα τα μαλλια της, ειπε με ενα ξαφνικο θαρρος που ξεχυλισε
-Μερικες φορες ειναι δυσκολο να καταλαβουμε γιατι συμβαινουν καποια πραγματα, ομως συμβαινουν. Η οικογενεια μας ηταν η πιο πλουσια του τοπου. Μεχρι που γεννηθηκε η η Ιολη. ηταν το πιο ομορφο μωρο που ειχε δει κανεις. Μεχρι τα τρια της μεγαλωνε και ελαμπε μερα με τη μερα ολο και περισσοτερο. Μεχρι που αρρωστησε. Οταν τη συνεφεραμε, ο γιατρος μας ειπε πως το παιδι δεν θα ακουγε. Η οικογενεια επεσε σε θρηνο μεχρι που κατλαβαν ολοι οτι για τη μικρη Ιολη η ακοη δεν ηταν κατι που θα την εμποδιζε να γινει ενα πλασμα υπεροχο. Ηρθαν γιατροι, ηρθαν δασκαλοι στο σπιτι και το παιδι εμαθε να μιλαει. Ολοι μας ημασταν ευτυχισμενοι με τις φωνουλες που εβγαζε, με τα γελια της, τα παιχνιδια που εκανε στον κηπο. Ξαφνικα στα 10 της ομως ειδε τη μανα της να πεφτει απο το μπαλκονι του πανω οροφου και απο τοτε δεν ξαναμιλησε, δεν ξανακουσαμε ποτε το γελιο της. Το μονο που εδειχνε να της δινει μια σταλα χαρας ηταν να ζωγραφιζει. Σταματησε να μιλαει και χαθηκε στις σκεψεις της. Προσπαθησε να μιλησει μα δεν βγηκε φωνη απο το στομα του. Περιμενε, ομως.
-Δεν εβγαινε απο το σπιτι. Εκανε βολτες με τα συνεργα της. Εφευγε το μεσημερι και γυριζε με το λυκοφως.
-Αυτο λεω κι εγω. Αναθαρρησε και ισα που χαμογελασε.
-Εκεινη την ανοιξη επεστρεφε με ενα αμυδρο χαμογελο να κρεμεται απο τα χειλη της.
Τα λογια βγηκαν δυσκολα απο το στομα της. Οι λεξεις μια μια τονισμενες με μεγαλες παυσεις αναμεσα τους.
-Κατι ειχε αλλαξει πανω της, συνεχισε, το εβλεπες. Ενα φως εβγαινε απο μεσα της και επιτελους καποιες φορες τη βλεπανε να χαμογελαει. Mετα, ολα εγιναν χωρις να προλαβει κανεις να καταλαβει το πώς και το γιατι.
-Τι συνεβη;
Ακουστηκε τοσο σιγα η ερωτηση. Σαν ψιθυρος.
-Σε καποια βολτα γνωρισε ενα παλικαρι. Το ειχαν καταλαβει, αλλιως δεν εξηγουνταν τα χαμογελα και η αλλαγη της διαθεσης. Τον εβλεπε καθε μερα εκεινη την ανοιξη. Μεχρι που ηρθε το καλοκαιρι και εφυγε.
-Γιατι;
Ενα ρυακι κρυου ιδρωτα κυλησε στην πλατη του και κρατησε την ανασα του περιμενοντας  την απαντηση.
-Μπαρκαρε. Εφευγε ενα καραβι για τις Αντιλες και τον πηραν. Παντα ηθελε να ταξιδεψει. Τα ταξιδια του τα αποτυπωσε η Ιολη στους πινακες.
Την ιδια στιγμη καποιο αορατο χερι τραβηξε ενα κορδονι και ενα κομματι της κουρτινας μπροστα στα ματια του μετακινηθηκε για να ζαρωσει στη μια ακρη του τοιχου. Δεν ηταν, λοιπον, μπαλκονοπορτα σκεφτηκε, αλλα .... τοιχος. Το θεαμα τον εκανε να σηκωθει και να πισωπατησει. Ολα οσα ηταν μαρτυρας καθως δημιουργουνταν τοσο καιρο ηταν απλωμενα μπροστα του καλωντας τον να τα κοιταξει προσεκτικα. Δεν χρειαστηκε να τα επεξεργαστει. τα γνωριζε πινελια προς πινελια.
-Τους ξερω αυτους τους πινακες. Αυτα ζωγραφιζε ολο τον καιρο. Ημουν εκει, διπλα της.
-Δεν περασε πολυς καιρος και καταλαβε οτι περιμενε μωρο. Δεν το πε σε κανεναν. Κανεναν δεν αφησε να καταλαβει τι συνεβη. Ημουν η μονη που ηξερα την ιστορια. Η μονη που εμπιστευοταν. Τον συναντουσε καθε  φορα, την ακολουθουσε. Οταν πηγαινε στο αγαπημενο της αγναντι για να απλωσει τα συνεργα της, ηταν παντα διπλα της. Ανθισε εκεινη την ανοιξη. Τον λατρεψε. Της μιλουσε για ο,τι βαζει ο νους του ανθρωπου. Χορτασε ιστοριες, και τον ακουγε, πραγματικα τον ακουγε. Της μιλουσε για τις θαλασσες κι αυτη ζωγραφιζε. Το μαθε ο πατερας. Εγινε θηριο. Δε σηκωνε κουβεντα για το ναυτικο.  Μαραζωσε. Βουβαθηκα εγω. Απομακρυνθηκε κι απο μενα. Eχασα την αγαπη της. Ημασταν σαν φυλακισμενα πουλια στο χρυσο κλουβι τους. Το κοριτσακι που γεννηθηκε το βαφτισανε εδω, Μορφω, την ειπανε, μα δεν ειχε τιποτα απο την ομορφια της μανας της. Σαν τη μανα της, ομως, εβλεπε περα και πισω απο ο,τι βλεπει ο συνηθισμενος ανθρωπος. Περασε ολη της τη ζωη μεσα στους τοιχους αυτου του σπιτιου. Δεν βγηκε ποτε εξω. Μερικες φορες καποιοι ειναι καταδικασμενοι να μην εγκαταλειπουν ποτε τους τεσσερις τοιχους ενος δωματιου. Η ζωη τους κυλαει με τις κουρτινες παντα κλειστες. Χαμενοι ; Κερδισμενοι; Ποιος ειναι να πει;
-Και η ... Ιολη; ψιθυρισε σχεδον κρατωντας την ανασα του. Συνειδητοποιησε οτι για πρωτη φορα ελεγε το ονομα της.
-Η Ιολη πεθανε στη γεννα.
Εμεινε ασαλευτος ακουγοντας τα τελευταια της λογια.
-Μα πώς; -Αυτη που συναντουσες καθε απογευμα, εχει πεθανει εδω και 60 χρονια, του απαντησε και εμεινε να την κοιταζει αμιλητος, ασαλευτος. Εμοιαζε να χανει τα λογικα του.
-Δεν μπορει. Χθες....  Ηταν αληθινη.... Ακουγα την ανασα της. Ενιωθα τους χτυπους της καρδιας της. Μυριζα τη μυρωδια της.
-Σε κοιταξε ποτε; Ενιωσες οτι σε εβλεπε πραγματικα;
Μυρμηγκιασε ολο του το σωμα. Δεν μπορεσε να απαντησει.
-Οχι. Νομιζες οτι ειναι διπλα σου. Ποτε δεν ηταν. Δεν εισαι  ο μονος.
Δεν μπορεσε να συγκρατησει την ανατριχιλα που τον διαπερασε.
-Τι θελεις να πεις... ενιωσε οτι θα σωριαζοταν. Ξαφνικα ενιωσε οτι γερασε πριν την ωρα του.  Μα ρωτουσα να μου πουν γι αυτη, μου απαντουσαν, μου μιλησαν ανθρωποι γι αυτην.
Γυρισε αργα το κεφαλι της και τον κοιταξε με δυο γαλαζια ματια που εκαναν τη σπονδυλικη του στηλη να ριγησει.
-Σου ειπα τι εγινε μολις μπαρκαρε αυτος. Ειπαμε οτι η Ιολη εφυγε. Κανεις ποτε δεν την ξαναειδε. Εφυγε νωρις εξαλλου. Τα πρωτα χρονια το μεγαλωμα της Μορφως ηταν δυσκολο. Αδυναμο πλασμα και φιλασθενο. Ο ναυτικος δεν ξαναγυρισε στο νησι, παρα μονο το επομενο καλοκαρι. Σαν εμαθε τι εγινε δεν ξαναρθε. Δεν μπορουσε να πιστεψει οτι ...
-Εγω τι σχεση εχω με ολα αυτα; Γιατι μου τα λες; Τι συμβαινει εδω μεσα επιτελους; την εκοψε σχεδον θυμωμενος.
Η γρια συνεχισε στηλωνοντας τα ματια στον πινακα με το κοκκινο σημαδι στο κεντρο της θαλασσας. Μια σταλα αιμα μεσα στο πουθενα. Το κοιταξε.Το κοκκινο σημαδι στον πινακα λες και μεγαλωνε.
-Ο ναυτικος, ειπε και σταματησε, εισαι εσυ. Ηρθες πισω για να εισαι κοντα της.

Τα μηνιγγια του εβγαζαν φωτιες. Γελασε μ ενα γελιο που δεν εμοιαζε με ανθρωπινο.
Γυρισε και τον κοιταξε με πυρωμενα ματια. Με μια ξαφνικη κινηση το δευτερο φυλλο της κουρτινας τραβηχτηκε αποκαλυπτοντας του εναν ακομη πινακα. Απεμεινε να το κοιταζει χωρις μιλια. Ενα πορτρετο. Ενας νεαρος αντρας κοιταζε τη θαλασσα που λες και τον ειχε τυλιξει μεσα της. Του κοπηκε το γελιο. Εμεινε να το κοιταζει. Το ηξερε αυτο το προσωπο.  Το κουβαλουσε μαζι του χρονια τωρα. Ξαφνικα ενιωσε κουρασμενος σαν γερος 80 χρονων. Τα ποδια του δεν τον βαστουσαν. Αναζητησε καπου να καθισει. Διπλα στο τζακι μια πολυθρονα λες και τον περιμενε απο χρονια. Πηγε προς τα κει. Κοιτωντας τυχαια το γεισο στο τζακι την ειδε. Η οπτασια που ειχε στοιχειωσει τη ζωη του . Οπως τη θυμοταν απο χθες. Τα ματια της η θαλασσα κι ο ουρανος μαζι. Στο τζαμι της κορνιζας καθρεφτιστηκε το προσωπο του και η εικονα που αντιγυρισε το βλεμμα του του ηταν γνωριμη. Ρυτιδες εσκιζαν το προσωπο του απ ακρη σ ακρη. Ενα προσωπο οργωμενο απο την αρμυρα της θαλασσας. Απεμεινε παραδομενος να κοιταζει την κοπελα στη φωτογραφια που τον κοιταζε καταματα, με το καθαριο βλεμμα των ζωντανων. Θαρρεις και τον καλωσοριζε σε εναν καινουριο κοσμο.
-Σημερα ειναι τα γενεθλια της Μορφως. Σαν σημερα εδω και 60 χρονια. Ζω για να σε περιμενω. Ημουν βεβαιη οτι θα γυρισεις πισω μια μερα. Καλως ηρθες στον κοσμο των σκιων.

-Οπτασιες και φαντασματα κυκλοφορουν διαφανα αορατα, οταν πεφτει το σκοταδι, οταν το νησι μοιαζει να ησυχαζει και το μονο που ακουγεται ειναι το μουγκρητο απο τις αλυσιδες των μεγαλων καραβιων. Τοτε ειναι η ωρα τους. Bγαινουν αθεατα, για να μην τραβουν τα βλεμματα των των περιεργων εισβολεων, που θεωρουν οτι ο τοπος ειναι δικος τους.
 Η καθε οπτασια εχει τη δικη της ιστορια. Kαποιες συμπλεκονται, καποιες ειναι παραλληλες. Ειναι η μοιρα της ζωης των αλλων, της δικης μας. Να συμβιωνουμε σε παραλληλες ή τεθλασμενες. Μερικες ζουνε σε ενα παραλληλο συμπαν. Αυτες οι οπτασιες ειναι και οι πιο ξεχωριστες. Ενω ειναι διπλα μας, τις αγγιζουμε, τις βλεπουμε, ειναι και σε εναν αλλο κοσμο, εκει δεν εχουν θεση οι υπολοιποι, τουλαχιστον οχι ολοι, αυτες επιλεγουν ποιοι θα τις ακολουθουν στον ονειρικο τους κοσμο. Τις φιγουρες αυτες δεν μπορουν πραγματικα να τις δουν οι αλλοι, νομιζουν οτι τις βλεπουν, αλλα στην πραγματικοτητα βλεπουν ενα ειδωλο, γιατι δεν ειναι παρα η αντανακλαση τους αυτο που βλεπουν. Η αντανακλαση του κοσμου των σκιων.

Το χουν μερικα σπιτια να κρυβουν ιστοριες που δεν τις βλεπει ο ηλιος. Τα φαντασματα τους ακομα εκει να τριγυρνανε απο δωματιο σε δωματιο, απο οροφο σε μπαλκονι και μετα στην αποθηκη. Ποιος ξερει τι ψαχνουν, ποιον γυρευουν, τι απαντησεις δινουν οταν ρωτανε οι απροσκλητοι επισκεπτες.
 

αστερόσκονη.....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...