Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

sacred place


Εβρεχε καταρρακτωδως μα δεν εδινα σημασια, ουτε ειχα ομπρελα. 
Σκουντηξα την πορτα που ετριξε επικινδυνα, προμηνυοντας ασχημα νεα και μπηκα. Ηταν σκοτεινα και χρειαστηκε να περασουν μερικα λεπτα για να συνηθισω στο σκοταδι. 
Το σιχαινομαι αυτο το σπιτι. Τα επιπλα του, οι μυρωδιες του. Ποτε δεν το ενιωσα σπιτι. Ηταν παντα "ενας χωρος". Εκει απλα εμενα μεχρι να φυγω ή επεστρεφα για λιγο και εφευγα παντα με το κεφαλι σκυμμενο και τα χειλη σφιγμενα κι αυτο το δακρυ να τρεμοπαιζει αναποφασιστο...

 Φοβαμαι. Δεν πρεπει να φοβαμαι. Να ξορκισω το τερας. Αλληλοεμπλεκομενες συναισθηματικες διεργασιες ανακατευονταν προκαλωντας μου ναυτια. Μια τηλεοραση φωναζε απο καπου τις τελευταιες τραγικες ειδησεις για το χρηματοπιστωτικο συμπαν που κατερρεε δημιουργωντας αλυσσιδωτες αντιδρασεις σε ολη την ευρωζωνη. Κοιταξα την παμπαλαια τηλεοραση. Σιωπουσε εδω και χρονια.

Τωρα επερεπε να ανοιξω τις πορτες, τα συρταρια και να ξεδιαλεξω ποια ρουχα,  επιπλα και αντικειμενα θα κρατουσα και ποια θα εδινα.

Η ναυτια παντα παρουσα.

Επιστρεφεις μετα απο πολυ καιρο σε γνωριμα μερη ελπιζοντας να βρεις τα παντα οπως τα αφησες, ανεγγιχτα, λες και δεν ακουμπησε πανω τους ο χρονος. Ενα σπιτι κλειστο για μεγαλο διαστημα. Τα σεντονια απλωμενα πανω σε καρεκλες και καναπεδες. Τα χα ριξει να προλαβω τις αναμνησεις, να μη σκονιστουν, ξεροντας οτι θα λειψω για πολυ καιρο.  

Ο φοβος σκοτωνει το μυαλο.

 Μουρμουριζα φωναχτα. Παντα το εκανα. Μηχανισμος αυτορυθμισης.

Το παιδικο κρεβατι, νεκροκρεβατο μιας παιδικης ηλικιας προ πολλου περασμενης. Ενας καναπες κρεβατι. Μετα απο πολλα χρονια ανακαλυψα οτι ηταν δυο διαφορετικα επιπλα. Ποτε δεν ειχα κρεβατι. Για αυτο κοιμαμαι ακομα στον καναπε.
Το μεγαλο τραπεζι ροτοντα, που φιλοξενουσε τα σχολικα διαβασματα. Ποτε δεν ειχα γραφειο  και οταν απεκτησα κατεληξα να περναω ολη μου τη μερα πανω του. Δεν ηθελα να κρατησω τιποτα απο ολα αυτα. Ουτε καν μνημες.
 Βγηκα στο μπαλκονι να παρω αερα. Πνιγομουν. Δεν επρεπε να γυρισω.

Ο φοβος ειναι ο μικρος θανατος που φερνει την τελικη καταστροφη.

Οι αναμνησεις στοιχειωναν.

Οπτασιες και φαντασματα κυκλοφορουν διαφανα αορατα, οταν πεφτει το σκοταδι, οταν ολα φαινομενικα ησυχαζουν. Τοτε ειναι η ωρα τους. Bγαινουν αθεατα, για να μην τραβουν τα βλεμματα των των περιεργων εισβολεων, που θεωρουν οτι μπορουν να φτασουν βαθια σε οσα στοιβαζεις στη σοφιτα.

Θα πρεπει να επιτρεψω στο φοβο να περασει απο πανω μου και οταν φυγει θα κοιταξω μεσα μου για να δω το μονοπατι που διεγραψε.

Η καθε οπτασια εχει τη δικη της ιστορια. Kαποιες συμπλεκονται, καποιες ειναι παραλληλες. Ειναι η μοιρα της ζωης των αλλων, της δικης μας να συμβιωνουμε σε παραλληλες ή τεθλασμενες.
Μερικες ζουνε σε ενα παραλληλο συμπαν. Αυτες οι οπτασιες ειναι και οι πιο ξεχωριστες.

Απο οπου περασει και νεκρωσει ζωτικα κομμματια μου θα πρεπει να τα αφησω να διαλυθουν με τη σειρα τους. 

Ενω ειναι διπλα μας, τις αγγιζουμε, τις βλεπουμε, ειναι και σε εναν αλλο κοσμο, εκει δεν εχουν θεση οι υπολοιποι, τουλαχιστον οχι ολοι, αυτες επιλεγουν ποιοι θα τις ακολουθουν στον ονειρικο τους κοσμο. Τις φιγουρες αυτες δεν μπορουν πραγματικα να τις δουν οι αλλοι, νομιζουν οτι τις βλεπουν, αλλα στην πραγματικοτητα βλεπουν ενα ειδωλο, γιατι δεν ειναι παρα η αντανακλαση τους που βλεπουν.

Αυτη του κοσμου των σκιων.

Δεν πρεπει να φοβαμαι. Ο φοβος σκοτωνει το μυαλο. 
Ειναι ο μικρος θανατος που φερνει την τελικη καταστροφη. 
Θα πρεπει να του επιτρεψω να περασει απο πανω μου και οταν φυγει θα κοιταξω μεσα μου για να δω το μονοπατι που διεγραψε. Απο οπου περασει και νεκρωσει ζωτικα κομμματια μου θα πρεπει να τα αφησω να διαλυθουν με τη σειρα τους. 

Τοτε θα εχω απομεινει εγω.

Απεμεινα μονη να κοιταζω.

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

το χρυσο κλειδι

Ενας παλιος ξωτικομυθος λεει οτι, οταν ακομα η γη ειχε μολις σχηματιστει και πανω της περπατουσαν μονο μεγαλοσωμα ζωα, που εκαναν το εδαφος να σειεται με το καθε βημα τους, υπηρχε μια οικογενεια χελωνων. Φοβοντουσαν πολυ μην τους πατησουν, ή ακομα χειροτερα, καταβροχθισουν τα μεγαλα ζωα και γι αυτο κρυβονταν τη μερα και εβγαιναν εξω απο τις κρυψωνες τους το βραδυ. Ηταν ησυχα και δροσερα τα βραδια, ειδικα το καλοκαιρι αλλα και το χειμωνα οταν το πουπουλενιο παπλωμα του χιονιου σκεπαζε τα παντα ειχε τοση ησυχια που μπορουσανν ακουσουν τη γη ν ανασαινει. Το καλοκαιρι και το φθινοπωρο ακουγαν τα νερα να τρεχουν αυτα δεν σταματουσαν ποτε. Με τον ηχο του νερου να κυλαει κοιμουνταν το πρωι , με αυτον ξυπνουσαν το βραδυ Ενα βραδυ αποφασισαν να πλησιασουν το σκουρο αυτο κομματι που βρισκοταν διπλα τους και να το γευτουν. Ηταν αλμυρο. Αυτη τη λεξη βρηκαν γιατι, ξεχασα να σου πω, πως η οικογενεια των χελωνων μιλουσε κιολας.
Τους αρεσε τοσο πολυ που ξανοιχτηκαν και πλησιασαν οσο που βουλιαξαν μεσα στο νερο. Ηταν τοσο ομορφα και εκτος απο τα νερα που ετρεχαν εκεινο το βραδυ ακουστηκαν και κραυγουλες ευτυχιας καθως οι χελωνιστες επλεαν, βουτουσαν και επαιζαν με το νερο. Ξαφνικα η πιο μεγαλη, σηκωσε το κεφαλι της προς τα πανω κι εβγαε μια πιο δυνατη κραυγη. Ολες γυρισαν και κοιταξαν. Κατι ηταν ψηλα ψηλα και ελαμπε. Κι αλλες κραυγες πιο δυνατες αυτη φορα πλημμυρισαν τη νυχτα. Εκει που ολες ηταν απασχολημενες με το δισκο που ελαμπε στον σκοτεινο ουρανο, κατι αστραψε πολυ κοντα τους και τρομαξαν. Κοιταχτηκαν απορημενες. Τι ηταν αυτη η λαμψη;
Kιτρινο!!!!!!!!!!! μα δεν ηταν ο ηλιος Πλησιασαν ολες να δουν καλυτερα Και καποιες τρομαξαν μα ο μεγαλος αρχηγος της οικογενειας πλησιασε και κοιταξε εξεταστικα. Το θεαμα ηταν περιεγο και πρωτογνωρο Ενα χρυσο κλειδι βρισκοταν πανω στην πλατη μιας χελωνιτσας τοσο δα μικτης μικρης Την κοιταξε απο δω, την κοιταξε απο κει δεν μπορουσε να το εξηγησει. Μια απο αλλες χελωνιτσες που δεν ειχε τιποτα αξιοπροσεκτο στηνπλατη της και επειδη ενοχληθηκε που δεν την προσεχε κανενας, σκουντηξε αποταομα το χελωνακι για να το κανει να θυμωσει.
Ομως τοτε ξαφνικα το κλειδι ξεκολλησε απο την πλατη της μικρης και το επιασε στα χερια του ο αρχηγος της οικογενειας. Τοτε καταλαβε και χαμογελσε Ολες τον κοιταξαν με προσμονη περιμενοντας μια του κουβεντα Το κλειδι αυτο, ειπε ο αρχηγος, ξεκλειδωνει ενα μπαουλακι. Οπoιος ξεκλειδωσει αυτο το μπαουλακι αυτοματα αποκτα ολη τη γνωση του πλανητη μα ειναι δεμενος μ ενα ξορκι, αν δεν δαμασει τη γνωση, θα χασει τη φαντασια του. και η φαντασια του ηταν μαγεμενη αν δεν μπορουσε να μοιρασει τη γνωση του σε ολη τη γη, η φαντασια του θα ηταν καταδικασμενη να ζει σαν μια αμορφη μαζα κατακοκκινη και αποκρουστικη που θα τον τυραννουσε συνεχως Αν ομως μοιραζοταν οσα μαθαινε απο τα περιεχομενα του μικρου μπαουλου η φαντασια του θα μεταμορφωνοταν σε ο,τι πιο ομορφο μπορουσε ποτε να ....φαντστει θα επαιρνε σχηματα και χρωματα διαφορετικα και θα ηταν παντα χαμογελστη και τρυφερη στο πλευρο του.
Τι κανουμε εμεις; ρωτησαν τα χελωνακια; Πού ειναι αυτο το μπαουλο; Κι αν ανοιξουμε εμεις το μπαουλο; η αρχικη παγωμαρα και ο φοβος εδωσαν τη θεση τους σε εναν καταιγισμο ερωτησεων και σε ματακια που ελαμψαν ελαμπαν . Ο αρχηγος τους ειπε οτι η αποστολη τους στη γη ηταν ακριβως αυτη. Γι αυτο ειχαν δημιουργηθει σε αυτο τον πλανητη, θα αναζητουσαν αυτον που θα ηταν αξιος να ανοιξει το μπαουλο και να δωσει ζωη οχι μονο στον πλανητη με τις γνωσεις του, αλλα και στη φαντασια του για να ομορφυνει και η ζωη του και ο,τι υπαρχει γυρω του

αστερόσκονη.....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...