Σάββατο 20 Αυγούστου 2016
waltzing in time
Time Travelling / Erica Buettner - Jelenia Góra / Polônia
Σάββατο 16 Απριλίου 2016
επεα πτεροεντα
Οι λεξεις μας κανουν να χαμογελαμε, γλυκα ή πικρα...
Οι λεξεις δινουν ψυχη στο συμπαν, φτερα στον ανεμο, κανουν τη φαντασια μας να πεταει. Κουβαλαν μεσα τους το ονειρο, την αγαπη, την ελπιδα.
Υπαρχουν λεξεις που χαθηκαν στην αχλη του χρονου, που μοιραστηκαν τις μερες και τις νυχτες τους μαζι μας, που μας συντροφεψαν τα μοναχικα μας βραδια, που μας αγκαλιασαν οταν δεν υπηρχε κανεις διπλα μας.
Που κοβουν την ψυχη μας κομματια, που χορεψαν μαζι μας, που μας ταξιδεψαν.
Λεξεις που δεν εφυγαν ποτε απο το μυαλο μας, που δεν καταφερε ουτε ο χρονος ουτε οι καταστασεις να τις παρουν απο μας. Λεξεις που αφησαν ανεξητηλο το αποτυπωμα τους μεσα μας.
Οι λεξεις δινουν ψυχη στο συμπαν, φτερα στον ανεμο, κανουν τη φαντασια μας να πεταει. Κουβαλαν μεσα τους το ονειρο, την αγαπη, την ελπιδα.
Υπαρχουν λεξεις που χαθηκαν στην αχλη του χρονου, που μοιραστηκαν τις μερες και τις νυχτες τους μαζι μας, που μας συντροφεψαν τα μοναχικα μας βραδια, που μας αγκαλιασαν οταν δεν υπηρχε κανεις διπλα μας.
Που κοβουν την ψυχη μας κομματια, που χορεψαν μαζι μας, που μας ταξιδεψαν.
Λεξεις που δεν εφυγαν ποτε απο το μυαλο μας, που δεν καταφερε ουτε ο χρονος ουτε οι καταστασεις να τις παρουν απο μας. Λεξεις που αφησαν ανεξητηλο το αποτυπωμα τους μεσα μας.
Οι λεξεις ειναι αγριες, ανευθυνες, ελευθερες. Ανηκουν στην προταση μεσα στην οποια παιρνουν πνοη και ζωη.
Λεξεις ομορφες, βαρβαρες, τρυφερες, πικρες. Λεξεις που χαριζεις απλοχερα. Λεξεις που σταζουν απο τις χαραμαδες της ψυχης σου.
Εχουν προσωπικοτητα και χαρακτηρα. Τη δικη τους ιδιοσυγκρασια και κυκλοθυμια. Αλλες αναζητουν περιεχομενο, αλλες κουβαλανε διφορουμενα μηνυματα που ο καθενας αποκωδικοποιει, αναλογα με τη δικη του ιδιοσυγκρασια και συναισθηματικη κατασταση.
Ειναι γεματες απο μακρινες εποχες, αναμνησεις, σχεσεις. Λεξεις τοσο παλιες, οσο σχεδον κι ο χρονος, που συνδεονται με διαφορετικη σειρα, και επιβιωνουν, αιωνιες. Λενε ιστοριες, τη δικη μας ιστορια, δημιουργουν ομορφια, λενε αληθειες. Τις αληθειες αυτου που γραφει, αυτου που διαβαζει ή αυτου που ζει μεσα σε αυτες;
Λεξεις που ακουμπησαν τις πιο ευαισθητες χορδες μας και γιναν δικες μας, προσωπικες. Λεξεις πολυτιμες. Οι λεξεις ειναι σαν ποταμια που πετανε. Ακολουθουν το δικο τους δρομο και φωλιαζουν στο δικο τους χωρο.
Η Βιρτζινια Γουλφ ελεγε οτι μπορεις να τις πιασεις και να τις στοιβαξεις σε ενα χωρο, που τον ονομασαμε λεξικο. Μα στην πραγματικοτητα δεν ζουν εκει μεσα.
Πού κατοικουν οι λεξεις; Στο μυαλο μας.
Ζουν σαν ανθρωποι. Κυκλοφορουν εδω κι εκει, δεν υπακουνε σε ανθρωπινες συμβατικοτητες και δεσμευσεις. Ο καθενας μας τις βιωνει διαφορετικα, με τον δικο του προσωπικο τροπο, τους δινει το δικο του χωροχρονο. Ετσι παροτι κοινες για ολους μας, η καθε μια παιρνει αλλο νοημα, αποκτα αλλη γλυκα ή πικρα ή πονο αναλογα με το ποιος την εξστομιζει. Αναπαραγουμε λεξεις και τις προσφερουμε. Συνηθως δεν τις εννοουμε, κολακευουμε με αυτες τη ματαιοδοξια του αλλου. Σχεδον ποτε, πια, δεν λεμε αληθειες στους αλλους, δε λεμε αληθειες στον εαυτο μας.
Για να ζησουν, ελεγε η θεια Βιρτζινια, χρειαζονται χωρο και χρονο για να γινουν κομματι του ασυνειδητου, να ζησουν μεσα στις ομιχλες μας, θα σου πω εγω. Το δικο μας σκοταδι ειναι το δικο τους φως. Και ειναι αυτο το πεπλο του σκοταδιου που ριχνουμε και αφηνει τις λεξεις να πλησιασουν η μια την αλλη και να δημιουργησουν μαγικες στιγμες, που μας ακολουθουν μια ζωη.
Κι ερχονται καποιες στιγμες που οι λεξεις γινονται ανυπακουες. Βουβαινονται. Αρνουνται να συνεργαστουν και το μονο που κανουν ειναι να ψιθυριζουν...
Μετα σιωπη...
Σάββατο 26 Μαρτίου 2016
«Μα ο τρελός ήρθε, μίλησε και είπε»
Κανενας δεν του εδινε σημασια στη γειτονια, ολοι τον απεφευγαν και γελουσαν με τα λογια του. Ηταν ο τρελος της γειτονιας. Ενα βραδυ καθισε μαζι με τους αλλους στο καφενειο της πλατειας, απομερα, σ ενα τραπεζι στη γωνια διπλα απο το τζακι. Η ιδια αδιαφορια τον τυλιξε. Ειχε χρονια να του μιλησει ανθρωπος. Απο τοτε...
Αδειασε μονορουφι το ποτηρι, που του το ξαναγεμισε ο γερος ταβερνιαρης κοιτωντας τον μ ενα χαμογελο αδιορατο. Πανε χρονια που εκοψε κι αυτος παρτιδες μαζι του. Απο τοτε...
Εμεινε παλι μονος , χαμενος στις σκεψεις του ή μηπως ηταν εικονες αυτο που μεσα τους χανοταν; Οραματα μιας ανυπαρκτης εδω και χρονια πραγματικοτητας, που ζωντανευε μονο μεσα στα ονειρα του; Κανεις ποτε δεν εμαθε...
Ενα σπιτι. Κανεις δεν πηγαινε ποτε εκει. Χαμενο μεσα σε μια συσταδα δεντρων που εφταναν μεχρι την παραλια. Ενα μονοπατι οδηγει στη θαλασσα. Τη συναντουσε εκει καθε βραδυ. Ζουσε μονη της. Μια καχεκτικη γατα τριγυρνουσε στα ποδια της. Ενα ακριβο απο φινα πορσελανη σερβιτσιο τσαγιου. Παντα ενα τσαγιερο στη φωτια, χειμωνα καλοκαιρι, περιμενε καποιον να μοιραστει το περιεχομενο του μαζι του, καποιον, που ποτε δεν ερχοταν...
Την πρωτη φορα που την ειδε το φεγγαροφωτο την ελουζε με τρυφεραδα και η εικονα της να κραταει ενα φλυτζανακι στο δεξι χερι, το κεφαλι στραμμενο προς τη θαλασσα εκει που γυαλιζε ενα μονοπατι, σαν να περιμενε καποιον να φανει απο κει -δεν ηξερε ακομη τοτε...- χαραχτηκε στο μυαλο του και του στοιχειωνε τις νυχτες. Μαρμαρωμενη, σαν ψευτικη. Πολλες νυχτες ξαναπηγε και παραφυλλαξε για ν αντικρισει την ιδια εικονα. Ασαλευτη με το βλεμμα στραμμενο στον ασημενιο δρομο στη θαλασσα. Περασε η πανσεληνος και οταν ξαναπηγε τη βρηκε βουτηγμενη στο σκοταδι. Μια βαθια φωνη ακουστηκε κατι να λεει και τρομαγμενος πισωπατησε να μην τον δει. Μια ξαφνικη αστραπη, χωρισε τον ουρανο στα δυο φωτιζοντας το προσωπο της. Η ανασα του κοπηκε απο την ομορρφια της. Ετσι σκοτεινη που την εβλεπε δεν ξεκαθαριζαν τα χαρακτηριστικα του προσωπου της, απο τη μερια που στεκοταν εβλεπε μονο τις σκιες που ετρεχαν στα μαγουλα της. Τα ματια της, γυαλινης κουκλας θαρρεις και η επιδερμιδα πιο λευκη κι απο τις πορσελανινες κουκλες που εβλεπε στα μαγαζια. Υπνωτισμενος εμεινε να περιμενει την επομενη αστραπη που θα φωτιζε το ομορφο προσωπο. και την επομενη βραδια και την επομενη και καθε βραδια απο τοτε. Μα ποτε δεν ερχοταν η αστραπη και το προσωπο παρεμενε με επιμελεια κρυμμενο στα σκοταδια της νυχτας.
Τριγυρνωντας στα σοκακια της πολης ρωτουσε να μαθει για το σπιτι στην παραλια κι ολοι αφου τον κοιτουσαν σφιγγοντας τα χειλη, του ελεγαν
-Εισαι τρελος, δεν υπαρχει σπιτι στην παραλια.
-Ποιο σπιτι, αδερφε, εκει ειναι μονο λασπη και καλαμιες
-Το βλεπεις στα ονειρα σου. οραματα βλεπεις φεγγαροπαρμενε!
Κι εκεινος τοτε ετρεχε μακρια τους λεγοντας
-Δεν ειμαι τρελος, το σπιτι υπαρχει.
Εξαφανιζοταν στα περιχωρα ολη μερα περιμενοντας να πεσει το σκοταδι για να ξαναπαει κοντα της. Χρονια ολοκληρα εκανε την ιδια ερωτηση και επαιρνε την ιδια απαντηση.
Μεχρι που ενα βραδυ, εκει που απογοητευμενο τον εβρισκε για αλλη μια φορα το ροδινο της αυγης, παγωμενο και τρεμοντας απο την πρωινη δροσια, ακουσε παλι εκεινη τη φωνη. Χωρις να ξερει πού, βρηκε το κουραγιο και το θαρρος ξεκινησε να τραγουδαει, οχι τραγουδι, εναν ρυθμο, και η φωνη του απλωθηκε απαλα σαν την παχνη στο τοπιο που επαιρνε να ξημερωνει και τα πυρακτωμενα απο τον ηλιο συννεφα της νυχτας μεριαζαν για να αφησουν τον αφεντη της μερας να κανει τη λαμπρη του εμφανιση. Καθως εστελνε τη μελωδια σ αυτην ακουσε μια φωνη πιο δυνατη τωρα.
-Το εχω ξανακουσει...παλια...αλλα πού;
Ξεθαρρεμενος πλησιασε περισσοτερο απο καθε φορα κοντα της για να την ακουσει να λεει
-Δεν ειμαι συνηθισμενη να μιλαω σε ανθρωπους. Για να σου πω την αληθεια, αρχοντα μου, τωρα πια δεν το χω συνηθειο να μιλω σε κανενα. Εχω να πω κουβεντα χρονια.Το καραβι μου βουλιαξε σε μια καταιγιδα. Ολα οσα θα μαθεις θα ειναι η δικη σου αληθεια.
Εκανε μεγαλη παυση και με το πρωτο φως του ηλιου ειδε το προσωπο της αυλακωμενο απο βουβα δακρυα.
-Φυγε τωρα. Αυριο παλι. Θα ερχεσαι καθε βραδυ την ιδια ωρα και θα σου λεω την ιστορια μου. Οταν τελειωσει, θα φυγω.
Δεν μπορεσε να ξεστομισει λεξη, μονο χάιδεψε με το βλεμμα το προσωπο της και ρουφηξε τα δακρυα της βαθια μεσα του, καταφερε κι αρπαξε μια σπιθα απο το βλεμμα της να τον συντροφεψει ισα με το επομενο βραδυ. Τα λογια της του φανηκαν περιεργα, τον τρομαζαν μα συναμα του αρεσε που θα την εβλεπε καθε βραδυ απο τοσο κοντα που θα μπορουσε ν απλωσει το χερι του για ν αγγιξει τα μαλλια της.
Καθε βραδυ η ιδια ιεροτελεστια, του φαινοταν οτι αργουσε να τον καλεσει κοντα της, καποια βραδια φοβηθηκε οτι δεν θα τον καλεσει, μα σαν απο εναν εσωτερικο μηχανισμο να παιρνει μπρος την ιδια ακριβως στιγμη πριν βγει ο ηλιος τον καλουσε με μια φωνη που ακουγε κι αυτος μεσα του πια.
-Ενα καραβι ηρθε απο τ ανοιχτα κουβαλωντας λαμπερα πετραδια που δεν ειχε δει ανθρωπου ματι και το ψαροχωρι βαλθηκε να τα κανει δικα του, ενιωσε πως του ανηκαν. Ενα βραδυ που οι ουρανοι ειχαν ανοιξει και αστραπες εσκιζαν τον ουρανο, εστησαν παγιδα στους πειρατες, μεθωντας τους στο καπηλειο και τους σφαγιασαν. Ολους. Ορμηξαν στο καραβι και γεμισαν σεντουκια και ο,τι ειχε ο καθενας με τους θησαυρους. Μεχρι που εφτασαν στην καμπινα του καπετανιου. Σπαζοντας την πορτα μπηκαν για ν αντικρισουν μια γυναικα, μια οπτασια, ενα πλασμα βγαλμενο απο εναν αλλο κοσμο. Αφου σταθηκαν οσο να καταλαβουν τι εβλεπαν την πηραν μαζι τους στην ακτη. Αποφασισαν να μην εχει την ιδια μοιρα με τους υπολοιπους. Αλλα να την κρατησουν για να προφυλλαξουν τους εαυτους τους απο την οργη του καπετανιου. Την εβαλαν σ ενα σπιτι στην παραλια που εβλεπε στο ανοιχτο πελαγο και παραγγειλαν του καπετανιου οτι αν πλησιασει θα εχει και η αγαπημενη του την τυχη των αλλων. Ο καπετανιος θρηνωντας εξαφανιστηκε με το καραβι του αφου ορκιστηκε οτι θα γυριζει κοντα της, να η βλεπει εστω απο μακρια. Απο τοτε καθε πανσεληνο στο δρομο του φεγγαριου ερχεται το καραβι του κι αυτος απο την πλωρη παιρνει μαζι του χρονια τωρα το προσωπο της που το φωτιζει τ ολογιομο φεγγαρι κι η λαμψη της αστραπης. Ειναι μαζι της για λιγες ωρες καθε που φωτιζει τον ουρανο ο δισκος της σεληνης. Ποτέ δεν πλησιασε, απο φοβο μην της πειραξουν μια τριχα απο τα μαλλια, οταν ερχεται ομως παντα σιγοψιθυριζει μια μελωδια, για να της δειξει οτι ειναι εκει μεσοπελαγα, δεν την ξεχασε.
Ακουγε χωρις ανασα τη γυναικα να του λεει την ιστορια κι ενας κομπος ειχε κλεισει το λαιμο του. Πριν προλαβει να παρει ανασα, η γυναικα αφησε το φλυτζανι στο πιατακι του, σηκωθηκε και προχωρησε προς τη θαλασσα. Τα γυμνα της ποδια αγγιξαν το νερο και συνεχισε να περπαταει μεχρι που το μακρυ της φορεμα εγινε πορφυρο καθως βραχηκε. Δε σταματησε ουτε τοτε. Συνεχισε μεχρι που το νερο την καταπιε. Δε λυγισε. Σαν κοιταξε τη θαλασσα ειδε ενα ασημενιο μονοπατι να αστραφτει και να οδηγει στην ακρη του φωτεινου δισκου που ελαμπε μεγαλοπρεπα χαριζοντας τις ακτινες του σε οποιον ειχε αναγκη να χαθει σ αυτες και φωτιζοντας το καραβι του κανοντας το να λαμπει μεσα στη νυχτα.
-Μη φευγεις, αγαπη μου, της ψιθυρισε, χρονια περιμενα να μου μιλησεις και να μ αφησεις να σου πω, οσα δεν σου ειπα ποτε, απο τοτε... Καθε πανσεληνο, που ερχομουν για σενα δεν εβρισκα το θαρρος να σε πλησιασω. Δεν εφυγα ποτε, απο τοτε... καθε βραδυ, ειμαι διπλα σου.
Την ιδια στιγμη το κυμα εφερε το μαντηλι της και με μια απαλη κινηση του νερου το ακουμπησε στην παραλια.
Τον βρηκε μερες μετα ο ταβερνιαρης να περιπλανιεται με το βλεμμα αδειο και την καρδια βαρια και του πε την ιστορια του τρελου που εβλεπε ενα σπιτι στα ονειρα του... Εβγαλε απο την πουκαμισα του και του δειξε τη φωτογραφια της, οπως ηταν... τοτε το ωραιο προσωπο της, οταν αστραφτε.
- «Μα ο τρελός ήρθε, μίλησε και είπε,
πως το σπίτι που βλέπω στα όνειρά μου
υπάρχει...
ότι υπάρχει ο δρόμος που οδηγεί εκεί δίπλα απ' τη θάλασσα
και ότι το κορίτσι στη φωτογραφία υπάρχει.
ότι είναι ωραίο το πρόσωπό της έτσι όπως φαίνεται κάθε φορά που αστράφτει».
Φοβοταν τους κεραυνους, γι αυτο εμεινε εκεινο το βραδυ και δεν ηρθε μαζι μου.
Ετικέτες
Ξωτικομυθοι κι ιστοριες,
Παύλος Παυλίδης - Last call to Paris,
το μικρο βιβλιο με τις ιστοριες,
το μπαουλο
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016
το -ρ- του ερωτα
Ξεφλουδισε τη λαμπερη πανοπλια και διαβασε στο μισοσκοταδο υπο το φως της νεογεννητης σεληνης, οσα ενα δαχτυλο εγραφε αχνα στη σκονη του πιανου, λησμονημενα λογια:
...περηφανος και στητος στεκει αγερωχος ο φθογγος -ρ- απολυτος και αυστηρος. Μια καμπυλη -που συναντησε αργα στη ζωη του- εμελλε να τον μαλακωσει και να του χαρισει μια πληροτητα που ποτε του πριν δεν ειχε ονειρευτει. Ετσι συμπληρωσε με περηφανια τον εΡωτα και απο τοτε εγινε το Ρ του ερωτα.
Ενα νερενιο συννεφο, που πηρε ο,τι σχημα διαλεξε η φαντασια της στιγμης.
Ενα ονειρο που σε ταξιδευει.
Ενα βλεμμα που χανεται μεσα στο δικο σου.
Τα φτερα που αφησες πισω γιατι δεν τα πιστεψες.
Οι ξοβεργες στις μυστικες συνομιλιες των αστρων.
Η παλιρροια που κινειται αδιακοπα.
Η αγαπη σου θα με συναντησει στις αμμοθινες, στα κυματα του ωκεανου, εκει που η θαλασσα αγγιζει τον ουρανο...
Εκλεισε το βιβλιο και απεμεινε να κοιταζει το σκοταδι λες και κατι περιμενε...
μετα θυμηθηκε οτι δεν ειχε τιποτα να περιμενει και χαμογελασε...
Ετικέτες
#αντιο_και_καλη_τυχη
Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015
9 Ιστοριες καληνυχτα (3η)
Ειναι οι ιστοριες που λενε τα γραμματα οταν δεμενα το ενα με το αλλο απο μια κλωστη ξετυλιγουν το νημα της αφηγησης και σε ταξιδευουν στα αστρα και πισω παλι ή οπου εσυ διαλεξεις.
Μια ιστορια ή ενα κομματι της και βρισκεις ποιο γραμμα κυριαρχει. Η καθε ιστορια οδηγει στην επομενη και αυτη με τη σειρα της στην επομενη μεσα απο ενα παιχνιδι με γραμματα.
Ενα γραμμα, καθε βραδυ, μεχρι να σχηματισουν μια λεξη.
Ποια γραμματα; Ποια λεξη; Μενει σε σενα να την ανακαλυψεις :)
Ιστορια 3η: Η ιστορια του ιπποτη (ή γραμμα τριτο -........)
Με το βλεμμα στο λοφο απ οπου κατεβηκε, ο νεος αντρας κοιταζε τα κομματια απο το ηλιοβασιλεμα που ειχαν γειρει απλαα στις πλαγιες του τοποιου για να βαψουν τα δεντρα με πορτοκαλενιες λωριδες.
- Λυπαμαι που σε ενοχλω, αλλα πώς βρεθηκες εδω;
- Ερχομαι απο μακρια και πηγαινω πιο μακρια ακομη.
- Τι γυρευεις;
- Γυρευω....
- Τι;
- Μπορει να γελασεις
- Πες μου και θα σου πω, πώς ξερεις απο πριν τι θα συμβει μετα;
- Ακολουθω τα χναρια μιας ιστοριας παλιας οσο κι ο χρονος, αυτα με οδηγησαν ως εδω.
Η κορη τον κοιταξε για ωρα πολλη στα ματια κι αυτος συνεχισε:
- Πηρα την ακρη της κλωστης και τυλιγω το κουβαρι μεσα σ εναν λαβυρινθο, βρισκοντας μικρα κρυμμενα μυστικα που θα με οδηγησουν στη λιμνη.
- Ω! Και πού ειναι αυτη;
- Καπου, κανεις δεν ξερει. Μονο οτι η λιμνη κρυβει ενα μυστικο που σαν βρεθει θα φυσηξει ουριος ανεμος και τα πανια θα φουσκωσουν. Και τοτε θα μπορω να ξανοιχτω στον ουρανο με το καραβι μου να συναντησω την αγαπημενη μου. Πριν απο αυτο ομως, πρεπει να βρω τη λυση για το γριφο που μου δωσε μια νυχτα η κορη που υφαινε την ιστορια αυτη και μου εβαλε στο χερι την ακρη της κλωστης.
- Και ποια ειναι η λυση;
- Δεν ξερω. Ξερω μονο αυτο που λεει. Ειπε και ξεδιπλωσε ενα μικρο πουγκι απο το οποιο εβγαλε ενα ενα κομματι υφασμα κεντημενο με πολυχρωμες κλωστες.
Η κορη διαβασε:
Κρυβεται εκει που φωλιαζει ο χειμωνας. Παρε το πρωτο γραμμα απο αυτο που βρισκεται πανω σε φυλλα πρασινα και προσεξε μη δοκιμασεις ποτε τους μικρους κοκκινους καρπους του.
Ετικέτες
9 Ιστοριες καληνυχτα,
Ιστορια 3η,
το κουβαρι,
το τετραδιο της Οφης
9 Ιστοριες καληνυχτα (2η)
Ειναι οι ιστοριες που λενε τα γραμματα οταν δεμενα το ενα με το αλλο απο μια κλωστη ξετυλιγουν το νημα της αφηγησης και σε ταξιδευουν στα αστρα και πισω παλι ή οπου εσυ διαλεξεις.
Μια ιστορια ή ενα κομματι της και βρισκεις ποιο γραμμα κυριαρχει. Η καθε ιστορια οδηγει στην επομενη και αυτη με τη σειρα της στην επομενη μεσα απο ενα παιχνιδι με γραμματα.
Ενα γραμμα, καθε βραδυ, μεχρι να σχηματισουν μια λεξη.
Ποια γραμματα; Ποια λεξη; Μενει σε σενα να την ανακαλυψεις :)
Ιστορια 2η: Η ιστορια της κορης που ολη μερα υφαινε και του ονειρου (ή γραμμα δευτερο -......)
Ετσι μιλησε το κουβαρι κι αρχισε η ιστορια να ξετυτλιγεται:
-Μια φορα και δυο φεγγαρια η κορη ανοιξε τα ματια της αποδιωχνοντας τον υπνο που την αγκαλιαζε και τραβηξε κατα τη λιμνη που λαμπυριζε μετα τη βροχη. Αντικρισε ενα θεαμα ανεπαναληπτο. Η Ιριδα απλωνε τα χρωματα της πανω στα νερα. Ειδε να σχηματιζεται ενας κυκλος. Πηρε το κοκκινο, το πορτοκαλι, το μπλε, το κιτρινο, το μωβ κι αρχισε να υφαινει ενα μανδυα που ξανα ματια ανθρωπου δεν ειχαν δει.
Στη μιαν ακρη υφανε αστερια, κι αστερισμους στην αλλη.
Στη μεση το φεγγαρι αστραφτε απλωνοντας τις ακτινες του αναμεσα στα οσα υπηρχαν ανακατεμενα κατω απο τα ποδια του. Μιαν αγριοπαπια που ταξιδευε λες και την επομενη στιγμη θα πεταγοταν απο το υφαντο στα χερια της την υφανε στ αριστερα.
Αν κοιταζες προσεκτικα, εβλεπες τον αερα να φυσαει και τα κλαδια να λυγανε απο το αγγιγμα του. Αντιθετα απο την παπια υφανε εναν αετο να ορμαει σ εναν αγριοχοιρο να του παρει τη λεια πριν προλαβει αυτος να την κρυψει. Ενα αερικο να κοιταζει τ αγερωχα κυπαρισσια που προσπαθουσαν ν αγγιξουν τον ουρανο, το χε υφανει χαμηλα απεναντι απο τη σημαια ενος καστρου που ανεμιζε στο φυσημα του αγερα.
Μια φιγουρα ηταν πεσμενη στη ριζα του δεντρου που εστεκε μονο του στην ακρη μακρια απ ολα τ αλλα. Η κορη εσκυψε τοσο πολυ να δει που βρεθηκε κι η ιδια στην εικονα. Πλησιασε το δεντρο για να ανακαλυψει οτι η φιγουρα δεν ηταν ενα αγαλμα σπασμενο, οπως νομιζε. Ουτε ομως ενα αγορι, οπως πιστεψε καθως πλησιαζε και διακρινοντας καλυτερα. Μολις εφτασε σε αποσταση αναπνοης και ενω της ειχε φανει ασημαντος και ασχημος μολις τον αντικρισε, τωρα που τον παρατηρουσε απο πολυ κοντα και για ωρα πολλη, της φανηκε να το εχει σκασει απο καποιο παραμυθι, απο εκεινα που διαβαζε τα αργα απογευματα, λιγο πριν ανατειλει η σεληνη. Σαν να ειχε δωσει καποιον αγωνα και ειχε τραυματιστει προσπαθωντας να υπερασπιστει μια δεσποσυνη. Ενας ιπποτης που θα μπορουσε ακομα και να αγαπησει.
Ο νεος αντρας, μολις τον αγγιξε, την κοιταξε και της ειπε την ιστορια του...
Ετικέτες
9 Ιστοριες καληνυχτα,
Ιστορια 2η,
το κουβαρι,
το τετραδιο της Οφης
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015
9 Ιστοριες καληνυχτα (1η)
Ειναι οι ιστοριες που λενε τα γραμματα οταν δεμενα το ενα με το αλλο απο μια κλωστη ξετυλιγουν το νημα της αφηγησης και σε ταξιδευουν στα αστρα και πισω παλι ή οπου εσυ διαλεξεις.
Μια ιστορια ή ενα κομματι της και βρισκεις ποιο γραμμα κυριαρχει. Η καθε ιστορια οδηγει στην επομενη και αυτη με τη σειρα της στην επομενη μεσα απο ενα παιχνιδι με γραμματα.
Ενα γραμμα, καθε βραδυ, μεχρι να σχηματισουν μια λεξη.
Ποια γραμματα; Ποια λεξη; Μενει σε σενα να την ανακαλυψεις :)
Ιστορια 1η: Η ιστορια του κουβαριου (ή γραμμα πρωτο -......)
Μια φορα και δυο φεγγαρια ολα εμοιαζαν τοσο μπερδεμενα και η γατα ειχε παρει το κουβαρι και το ειχε μπερδεψει τοσο πολυ με το παιχνιδι της, που αυτο αποκαμωμενο εψαχνε να βρει την ακρη του, για να καταφερει να ξεκινησει την συνηθισμενη του ιστορια καληνυχτας, που σημερα κινδυνευε να μην εχει αρχη μια και χωρις να ξερει που ειναι η ακρη του, δεν ηξερε απο πού να ξεκινησει.
Ζητησε τη βοηθεια της κορης που κεντουσε στον καμβα της καρδερινες.
-Κορη, βοηθα με να βρω την ακρη μου και θα σου χαρισω ομορφες στιγμες.
- Θα σου κανω το χατιρι μικρο κουβαρι, αλλα θελω κι εγω κατι απο σενα.
-Αμεσως πες τις προσταγες σου, ομως κορη, βιαζομαι κι οι νυχτες φτανουν βιαστικες.
-Θελω να μου πεις μια ιστορια... κι εγω ευθυς το χατιρι θα στο κανω.
Καθως δεν ειχε και πολλες επιλογες το κουβαρι τυλιχθηκε οσο καλυτερα μπορουσε, ξετυλιχθηκε λιγο απο κει, τυλιχθηκε πολυ απο δω, μεχρι που καταφερε να δημιουργησει εναν αξιοπροσεκτο ογκο και εμεινε ακινητο.
-Θα σου πω μια ιστορια μς οσα θα ερθουν, οσα εφυγαν, οσα τελειωσαν, οσα ξεκιναν.
Μολις ακουσαν τη φωνη του, μαζευτηκαν κοντα του οσοι ακροατες ηταν προχειροι εκεινη τη στιγμη. Ενα καπελο με ενα κουμπι κοκκινο κρυμμενο κατω απο την κοραλενια του κορδελα, ο καφες απο την κουζινα, προκαλωντας πανικο στην καφετιερα, η κουνιστη πολυθρονα απο το επισημο καθιστικο, μια καραμελα που χε κυλησει κατω απο τον καναπε, ο οποιος λογω μεγεθους δεν μπορουσε να κουνηθει παρα ελαχιστα (γι αυτο κ φανερωθηκε η καραμελα) αλλα τεντωσε τα κοντα αυτια του οσο μπορουσε για ν ακουσει. Τρια καροτα και ενα κρεμμυδι σταθηκε αδυνατο να πλησιασουν οσο ηθελαν, μια και το ψυγειο, η πορτα του για την ακριβεια, σταθηκε αμεταπιστη κ ανοιξε μοναχα μια χαραμαδα, ισα για ν ακουν τα ζαρζαβατικα, αλλα να μη σαπισουν -οπως την απειλησαν- τα κρεατα. Δυο γερικα καστανα κι ενα σαπιο καρυδι ηταν οι τελευταιοι αργοπορημενοι ακροατες.
-Μαζευτειτε ν ακουσετε την ιστορια της κορης που ολη μερα υφαινε, της κουπας του καφε και του τοπιου του ονειρου....
Ετικέτες
9 Ιστοριες καληνυχτα,
Ιστορια 1η,
το κουβαρι,
το τετραδιο της Οφης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)